EPAPSY Admin

EPAPSY Admin

Μήπως το παιδί μου έχει μαθησιακές δυσκολίες;

Τα τελευταία χρόνια σε όλο και περισσότερους γονείς είναι οικείος ο όρος "μαθησιακές δυσκολίες". Κατανοούν ότι κάποια δυσκολία που αντιμετωπίζει το παιδί στο σχολείο μπορεί και να οφείλεται στο ότι χρειάζεται ένα διαφορετικό τρόπο διδασκαλίας ή/και περισσότερο χρόνο. Πολλοί, ωστόσο, αναρωτιούνται τι ακριβώς είναι οι μαθησιακές δυσκολίες, ποιους μαθητές αφορούν και τι μπορεί να γίνει για να αποκατασταθούν.

Παρακάτω θα παρουσιαστούν τα χαρακτηριστικά των μαθητών με μαθησικές δυσκολίες ανά βασικό τομέα μάθησης, καθώς και σε άλλους γνωστικούς τομείς οι οποίοι εμπλέκονται στη διαδικασία της μάθησης και επηρεάζουν τη σχολική επίδοση του παιδιού. Είναι σημαντικό να διευκρινιστεί ότι ένας μαθητής με μαθησιακές δυσκολίες δεν αντιμετωπίζει ελλείμματα σε όλους τους τομείς και ότι αν κάποιος συγκεντρώνει κάποια από αυτά τα χαρακτηριστικά δε συνεπάγεται ότι έχει δυσκολίες στη μάθηση.

Στην ανάγνωση:

  • Κάνει λάθη στις λέξεις όταν διαβάζει π.χ. παραλείπει (φωτά/φωτιά), αντικαθιστά (διδλίο/βιβλίο), αντιστρέφει (κάτρα/κάρτα) γράμματα και συλλαβές.
  • Διαβάζει κομπιαστά, δεν έχει καλή ροή η ανάγνωσή του.
  • Δυσκολεύεται να κατανοήσει το κείμενο που διαβάζει, να επεξεργαστεί το νόημά του και να απαντήσει σε ερωτήσεις.

Στη γραφή:

  • Κάνει λάθη όταν γράφει λέξεις, παραλείπει, αντικαθιστά, αντιστρέφει γράμματα και συλλαβές.
  • Παραβιάζει τους κανόνες γραφής, παραλείπει, δηλαδή, κεφαλαίο, σημεία στίξης, διαστήματα λέξεων.
  • Τα γράμματα είναι δυσανάγνωστα.
  • Δυσκολεύεται να επεξεργαστεί, να οργανώσει και να αναπτύξει γραπτά τις ιδέες του και τις πληροφορίες.
  • Εξακολουθεί να κάνει ορθογραφικά λάθη σε κανόνες που επανελημμένως έχει διδαχθεί και εξασκηθεί.

Στα Μαθηματικά:

  • Μπερδεύει τα αριθμητικά σύμβολα.
  • Δυσκολεύεται να κατανοήσει τις έννοιες των αριθμητικών πράξεων
  • Δυσκολεύεται να μάθει τη διαδικασία των μαθηματικών πράξεων.
  • Δυσκολεύεται να στοιχίσει ορθά τους αριθμούς και τα σύμβολα κατά την εκτέλεση υπολογισμών.
  • Αδυνατεί να κατανοήσει τις οδηγίες ενός προβλήματος.
  • Αδυνατεί να αποστηθίσει τον πολλαπλασιασμό.

Τις περισσότερες φορές οι μαθητές που αντιμετωπίζουν δυσκολίες σε κάποιες από τις βασικές ακαδημαικές δεξιότητες, συναντούν ελλείμματα και σε άλλους γνωστικούς τομείς. Συχνά αυτά τα ελλείμματα προϋπάρχουν και μπορούν να αναγνωριστούν και ως προγνωστικοί δείκτες εμφάνισης δυσκολιών μάθησης, καθώς είναι αντιληπτά ήδη από την προσχολική ηλικία. Αυτό σημαίνει, επίσης, ότι κάποια από αυτά τα ελλείμματα μπορεί να αποτελούν μία από τις αιτίες εμφάνισης μαθησιακών δυσκολιών και αναστέλλουν την ανάδυση και αξιοποίηση του μαθησιακού δυναμικού κάποιου παιδιού.Συχνά οι μαθητές με μαθησιακές δυσκολίες δυσκολεύονται να συγκεντρώσουν την προσοχή τους σε μια δραστηριότητα και να την ολοκληρώσουν επαρκώς. Η διάσπαση της προσοχής μπορεί έχει ως αίτιο εξωτερικά ερεθίσματα π.χ. θόρυβος απ´έξω ή/και εσωτερικά π.χ. κάποια σκέψη. Συναφές χαρακτηριστικό με τη διάσπαση της προσοχής είναι και η παρορμητικότητα. Πολλές φορές οι μαθητές με μαθησιακές δυσκολίες δίνουν βιαστικές απαντήσεις και δρουν παρορμητικά εντός και εκτός σχολικού πλαισίου. Αυτά τα χαρακτηριστικά εμποδίζουν τους μαθητές αφενός να κατακτήσουν τη νέα γνώση κι αφετέρου να την αξιοποιήσουν χρησιμοποιώντας την κατάλληλη στρατηγική.

Συνήθως, η δυσκολία συγκέντρωσης και η παρορμητικότητα σχετίζονται με δυσκολίες οργάνωσης. Οι μαθητές με μαθησιακές δυσκολίες δυσκολεύονται να οργανώσουν το χρόνο και το χώρο τους, να ιεραρχήσουν ορθά τις δραστηριότητές τους, να εκτιμήσουν τη διάρκεια ολοκληρωσής τους και άλλα. Οι δυσκολίες οργάνωσης είναι εμφανείς τόσο στο σχολείο (π.χ. ακατάστατη τσάντα) όσο και στο σπίτι (π.χ. οργάνωση σχολικής μελέτης) και επηρεάζονται δυσμενώς από ελλείμματα στο χρονικό και χωρικό προσανατολισμό που τις περισσότερες φορές συναντώνται σε μαθητές με δυσκολίες μάθησης.Επιπρόσθετα, συχνά οι μαθητές με μαθησιακές δυσκολίες έχουν ελλείμματα στη μνήμη ακουστική ή/και οπτική. Έτσι, δυσκολεύονται να κωδικωποιήσουν, να επεξεργαστούν και τέλος να ανακαλέσουν σε σωστή σειρά πληροφορίες που άκουσαν ή/και είδαν. Ένα ακόμα έλλειμμα χαρακτηριστικό για αυτούς τους μαθητές αφορά στις μεταγνωστικές δεξιότητες. Οι δεξιότητες αυτές αφορούν στην ικανότητα του ατόμου να αναγνωρίζει τις απαιτήσεις ενός έργου, να σχεδιάζει τη λύση του επιλέγοντας την πιο κατάλληλη στρατηγική και να αναστοχάζεται πάνω σ´αυτή, αξιολογώντας τα αποτελέσματα.

Η έλλειψη κινήτρων συνδέεται επίσης με την εμφάνιση μαθησιακών δυσκολιών. Είναι σύνηθες φαινόμενο μαθητές με μαθησιακές δυσκολίες να παρουσιάζουν μειωμένο έως καθόλου ενδιαφέρον για μάθηση, να παραπονιούνται ότι δεν τα καταφέρνουν και παραιτούνται εύκολα ή/και να καταλήγουν να ζητούν μόνιμα ή τις περισσότερες φορές την υποστήριξη κάποιου άλλου, υιοθετώντας έτσι τη σταση του "αβοήθητου".  Τέλος, είναι γεγονός ότι οι μαθητές με μαθησιακές δυσκολίες βιώνουν περισσότερα δυσάρεστα συναισθήματα απ' ότι θετικά σε σύγκριση με τους συνομηλίκους τους. Το βασικό αρνητικό συναίσθημα που αντιμετωπίζουν είναι το άγχος. Συχνά η βιώση  των αρνητικών συναισθημάτων αποτρέπει τους μαθητές από το να συμμετέχουν ενεργά στη μάθηση. Αυτό έχει σαν αποτέλεσμα να αποτυγχάνουν και να ενισχύεται το συναίσθημα της ματαίωσης, ανατροφοδοτώντας αυτόν τον αρνητικό φαύλο κύκλο.Οι μαθησιακές δυσκολίες είναι μια μεγάλη ομπρέλα που από κάτω μπαίνουν οι διάφορες δυσκολίες μάθησης που αντιμετωπίζει ο κάθε μαθητής. Είναι σκόπιμο να διευκρινιστεί ότι κάθε μαθητής έχει διαφορετικό μαθησιακό προφίλ και άρα διαφορετικές ανάγκες ακόμα κι όταν συναντάμε μαθητές με την ίδια δυσκολία π.χ στην ανάγνωση, η αιτιολογία και ο τρόπος παρέμβασης είναι διαφορετικός για τον καθένα. Γι' αυτό και είναι σημαντικό η μαθησιακή παρέμβαση να είναι εξατομικευμένη, ώστε να ανταποκρίνεται επαρκώς στις μαθησιακές ανάγκες κάθε παιδιού κι εφήβου.

Ο γονέας ή ο εκπαιδευτικός που πιστεύει ότι κάποιος μαθητής έχει δυσκολίες μάθησης απευθύνεται στον ειδικό παιδαγωγό. Η αξιολόγηση και η αποκατάσταση των μαθησιακών δυσκολιών είναι έργο του ειδικού παιδαγωγού. Αρχικά, γίνεται μια εκτίμηση των μαθησιακών ικανοτήτων του παιδιού και ύστερα, εφόσον κριθεί απαραίτητο, προτείνεται ειδικό μαθησιακό ή ψυχοπαιδαγωγικό πρόγραμμα και η συχνότητα παρακολούθησής του. Η έκβαση και η διάρκεια μιας μαθησιακής παρέμβασης δεν μπορούν να προβλεφθούν εξαρχής, καθώς εξαρτώνται από διάφορους παράγοντες π.χ. ρυθμός κατάκτησης γνώσεων, συχνότητα συναντήσεων, συνεργασία γονέων και εκπαιδευτικών κ.α.Σ' αυτό το σημείο χρειάζεται να διευκρινιστεί ότι η αποκατάσταση των μαθησιακών δυσκολιών δε σημαίνει απαραίτητα θεραπεία αυτών. Το αν θα ξεπεραστεί πλήρως μία δυσκολία εξαρτάται από την ηλικία του παιδιού, τη φύση και την αιτιολογία των δυσκολιών κ.α. Η αποκατάσταση, λοιπόν, αναφέρεται και στην εκμάθηση κατάλληλων στρατηγικών προσαρμοσμένων στις ιδιαίτερες ανάγκες κάθε μαθητή προκειμένου να καταφέρνει να αντισταθμίζει τα ελλείμματα  και να ανταποκρίνεται αυτόνομα και ικανοποιητικά στις σχολικές απαιτήσεις.

Ακόμα, χρειάζεται να επισημανθεί ότι όσο πιο νωρίς ξεκινήσει ένα παιδί να λαμβάνει ειδική μαθησιακή υποστήριξη τόσο περισσότερο αυξάνονται οι πιθανότητες να ξεπεραστούν ή να απακατασταθούν πιο σύντομα και αποτελεσματικά οι δυσκολίες του. Επίσης, η πρώιμη παρέμβαση μειώνει την πιθανότητα παγίωσης δυσάρεστων συναισθημάτων και χαμηλής αυτοεικόνας και αυτοπεποίθησης που συνήθως οδηγεί στην αποστροφή από το σχολείο και τη μάθηση και έχει αρνητικές επιπτώσεις τόσο  στη σχολική επίσδοση και  στις κοινωνικές σχέσεις και στο επίπεδο ψυχοσυναισθηματικής επάρκειας του παιδιού. Τέλος, για την καλύτερη έκβαση του προγράμματος αποκατάστασης, απαραίτητη προϋπόθεση είναι η συνεργασία των γονιών και όλων των ειδικών και εκπαιδευτικών που συνεργάζονται με το παιδί.                                                                                              

Από το Μάρτιο στις Κινητές Μονάδες Ψυχικής Υγείας ΒΑ και Δυτικών Κυκλάδων -Ε.Π.Α.Ψ.Υ. παρέχονται υπηρεσίες Ειδικής Διαπαιδαγώγησης. Οι υπηρεσίες αυτές αφορούν μαθητές που εμφανίζουν δυσκολίες μάθησης και περιλαμβάνουν μαθησιακή εκτίμηση παιδιών και εφήβων και πρόγραμμα αποατάστασης των δυσκολιών. Οι ενδιαφερόμενοι μπορούν να καλέσουν στη γραμματεία (2284022011) και να κλείσουν ραντεβού με την ειδική παιδαγωγό.

 

Βάλια Πανδιά
Ειδική Παιδαγωγός - Ψυχοπαιδαγωγός MSc Σχολική Ψυχολογία
Κλιμάκιο Μήλου ΕΠΑΨΥ         

Βιβλιογραφία

Παντελιάδου, Σ.  Μαθησιακές Δυσκολίες και Εκπαιδευτική Πράξη, Πεδίο, 2011

«Σχολική Ετοιμότητα»

Η  σχολική ετοιμότητα είναι ένας πολυδιάστατος όρος ο οποίος αναφέρεται σε όλες τις φάσεις ανάπτυξης του παιδιού. Η σχολική ετοιμότητα περιλαμβάνει κυρίως τη νοητική, τη συναισθηματική, την κοινωνική και τη σωματική ετοιμότητα του παιδιού να δεχτεί, να επεξεργαστεί και να αξιοποιήσει τα ερεθίσματα του περιβάλλοντος. Αναφέρεται στη φάση προετοιμασίας του παιδιού για να αποκτήσει γνώσεις και δεξιότητες και να διαμορφώσει στάσεις οι οποίες θα το βοηθήσουν να προσαρμοστεί απρόσκοπτα στο σχολικό περιβάλλον και να ανταποκριθεί με επιτυχία στις απαιτήσεις του αναλυτικού σχολικού προγράμματος.

Θα ήταν άτοπο βέβαια να κρίνουμε τη σχολική ετοιμότητα με βάση ένα τυποποιημένο σύνολο δεξιοτήτων και ικανοτήτων. Παρόλο που το σχολείο είναι λογικό να αναμένει ότι τα παιδιά που εισέρχονται από το νηπιαγωγείο είναι ενεργοί και πρόθυμοι μαθητές, δεν είναι λογικό να αναμένεται ότι όλα τα εξάχρονα έχουν το ίδιο επίπεδο προετοιμασίας για την έγκαιρη ανάγνωση, τα μαθηματικά ή τις κοινωνικές δεξιότητες. Η υποχρέωση του σχολείου είναι να διδάξει τα παιδιά στο επίπεδο το οποίο βρίσκονται και να ανταποκριθεί στις ανάγκες του κάθε παιδιού.

Κάποια παιδιά παρότι βρίσκονται στην ηλικία αυτή και τυπικά δικαιούνται να φοιτήσουν στην Α Δημοτικού, δεν είναι ακόμη ‘ώριμα’ ώστε να αντεπεξέλθουν με επάρκεια στο νέο απαιτητικό τους ρόλο. Η σχολική ετοιμότητα είναι η συνολική ωριμότητα που διαθέτει ένα παιδί (σωματική, πνευματική- γνωστική- συναισθηματική-κοινωνική) και ορίζει αν είναι έτοιμο το παιδί για να πάει πρώτη δημοτικού. Η τάξη αυτή αποτελεί θεμέλιο λίθο για την γενικότερη μαθησιακή εξέλιξη κάθε παιδιού. Εκτός από την κατάλληλη ηλικία το παιδί πρέπει να έχει αποκτήσει συγκεκριμένες δεξιότητες και γνώσεις, έτσι ώστε να είναι σε θέση να αναπτύξει νέες δεξιότητες και γνώσεις.

Πολλοί γονείς διστάζουν στο άκουσμα του να επαναλάβει το παιδί τους το νηπιαγωγείο. Θεωρούν ότι κάτι τέτοιο όχι μόνο δε θα βοηθήσει το παιδί, αλλά θα το επηρεάσει κ αρνητικά σε σχέση με το ότι το παιδί, θα δει τους συμμαθητές του κ τους φίλους του να προχωράνε και το ίδιο θα μένει πίσω με τα “μικρά”. Στην περίπτωση αυτή, καθοριστικός παράγοντας για την ψυχολογική κατάσταση του παιδιού είναι η στάση των γονέων. Οι γονείς θα πρέπει να θυμούνται ότι το παιδί εισπράττει ό,τι οι ίδιοι  αισθάνονται. Εάν αυτό περιέχει φοβίες, άγχη και απογοήτευση με το άκουσμα της  επαναφοίτησης , αυτό θα λάβει και το παιδί.
Τι μπορεί όμως να συμβεί αν ένα παιδί περάσει στην πρώτη δημοτικού χωρίς σχολική ετοιμότητα; Πώς θα διαχειριστεί τη δυσκολία του και πώς θα αντιδράσουν οι συμμαθητές; Πώς μπορεί να αισθάνεται όταν βλέπει ότι δεν μπορεί να κατανοήσει πράγματα που ο διπλανός του τα μαθαίνει; Αυτά χρειάζεται επίσης να ληφθούν υπόψη από το γονιό, εφόσον εκείνος παίρνει την απόφαση της επαναφοίτησης.

Μένου Χαρά,   Ειδική Παιδαγωγός, Κινητές Μονάδες Ε.Π.Α.Ψ.Υ.

Ειδική Αγωγή και Εκπαίδευση:
ο ρόλος και η σημασία της στη ζωή του ατόμου μέσα από 10 + 1 ερωτήσεις
 
«Κάποιες φορές οι αληθινοί ήρωες κρύβονται στην καρδιά μικρών παιδιών που πολεμούν μεγάλες μάχες.»
 
Δημήτρης Βιτζηλαίος
Ειδικός Παιδαγωγός, Β.Ed, M.Sc
Κινητή Μονάδα Ψυχικής Υγείας Βορειοανατολικών Κυκλάδων, ΕΠΑΨΥ Πάρος
 
Τι είναι η Ειδική Αγωγή;

Η ειδική αγωγή είναι η σκόπιμη παρέμβαση που σχεδιάζεται για να προλαμβάνει, να περιορίζει ή/και να ξεπερνά τα εμπόδια που μπορεί να παρακωλύουν την μάθηση, την πλήρη και ενεργητική συμμετοχή ενός παιδιού με ειδικές εκπαιδευτικές ανάγκες στο σχολείο και στην κοινωνία.
 
Σε τι διαφέρει η Ειδική από την Γενική Αγωγή;

Η Ειδική Αγωγή διαφοροποιείται από την Γενική ως προς το «τι διδάσκεται» και ως προς το «πώς διδάσκεται», δηλαδή ως προς τις μεθόδους της. Έτσι, ορισμένα παιδιά χρειάζονται εντατική, συστηματική διδασκαλία για να κατακτήσουν δεξιότητες, τις οποίες τα τυπικά αναπτυσσόμενα παιδιά κατακτούν χωρίς διδασκαλία (π.χ. δεξιότητες αυτοεξυπηρέτησης).
 
Η Ειδική Αγωγή ασχολείται μόνο με ζητήματα που αφορούν το σχολείο;

Όχι μόνο. Η Ειδική Αγωγή στοχεύει στην επίτευξη του μέγιστου δυνατού επιπέδου ανεξαρτησίας και λειτουργικότητας του ατόμου αφενός στο σχολείο και αφετέρου στον τομέα της καθημερινής διαβίωσης, της προσωπικής και κοινωνικής ανάπτυξης, στην κοινότητα και στο εργασιακό πλαίσιο.
 
Σε ποιες ομάδες παιδιών αναφέρεται ο όρος «παιδιά με ειδικές εκπαιδευτικές ανάγκες»;

Στην κατηγορία των παιδιών με ειδικές εκπαιδευτικές ανάγκες συγκαταλέγονται οι μαθητές με μαθησιακές δυσκολίες, διαταραχή ελλειμματικής προσοχής – υπερκινητικότητα (ΔΕΠ-Υ), νοητική καθυστέρηση, συναισθηματικές ή συμπεριφορικές διαταραχές, διαταραχές αυτιστικού φάσματος (ΔΑΦ), διαταραχές επικοινωνίας, κώφωση και βαρηκοΐα, τύφλωση και μερική όραση, σωματικές αναπηρίες, χρόνια προβλήματα υγείας, γενετικά σύνδρομα, σοβαρές/πολλαπλές αναπηρίες, τραυματική εγκεφαλική βλάβη, οι χαρισματικοί και ταλαντούχοι μαθητές.
 
Πόσα παιδιά με ειδικές ανάγκες υπάρχουν;

Τα παιδιά στην ειδική αγωγή αντιπροσωπεύουν περίπου το 12% του πληθυσμού σχολικής ηλικίας. Οι τέσσερις μεγαλύτερες κατηγορίες παιδιών που δέχονται υπηρεσίες ειδικής διαπαιδαγώγησης είναι: τα παιδιά με μαθησιακές δυσκολίες, με διαταραχές λόγου και ομιλίας, με νοητική καθυστέρηση και με συναισθηματικές δυσκολίες.
 
Βλέπω ότι το παιδί μου αντιμετωπίζει κάποιες δυσκολίες στο σχολείο. Πώς μπορώ να το βοηθήσω;

Ο κάθε γονιός για να μπορέσει να βοηθήσει ουσιαστικά το παιδί του, θα πρέπει πρώτα να έχει κατανοήσει την φύση της δυσκολίας που αυτό αντιμετωπίζει. Για να γίνει αυτό χρειάζεται να ζητήσει βοήθεια από ειδικούς προκειμένου να ενημερωθεί πλήρως, να λάβει υποστήριξη για να μπορέσει τελικά να προσφέρει το κατάλληλο περιβάλλον μέσα στο οποίο το παιδί του θα μπορέσει να αναπτύξει τις δεξιότητές του. Ο ειδικός που ασχολείται με την αξιολόγηση και την παρέμβαση σε παιδιά σε περίπτωση ύπαρξης ειδικών εκπαιδευτικών αναγκών είναι ο ειδικός παιδαγωγός.
 
Ποιος είναι ακριβώς ο ρόλος του ειδικού παιδαγωγού;

Ο ειδικός παιδαγωγός ή εκπαιδευτικός ειδικής αγωγής εργάζεται σε σχολεία γενικής αγωγής είτε μέσα στην τάξη (παράλληλη στήριξη) είτε σε ξεχωριστή (τμήμα ένταξης). Ένας ειδικός παιδαγωγός, εκτός από την εξατομικευμένη παρέμβαση και υποστήριξη σε παιδιά με ειδικές εκπαιδευτικές ανάγκες, αφιερώνει σημαντικό χρόνο στην συμβουλευτική των γονέων και των εκπαιδευτικών γενικής αγωγής για το πώς αυτοί μπορούν να διαχειριστούν και να δουλέψουν με το παιδί ή μαθητή τους στο σπίτι ή στο σχολείο αντίστοιχα. Στις περιπτώσεις που ο ειδικός παιδαγωγός δουλεύει με παιδιά με σοβαρές αναπηρίες, παρέχει διδασκαλία βασισμένη στην κοινότητα, βοηθώντας τους μαθητές τους να μάθουν και να εξασκήσουν λειτουργικές δεξιότητες καθημερινής ζωής και επαγγελματικές δεξιότητες σε πραγματικά περιβάλλοντα.

Ποια είναι η κατάλληλη χρονική στιγμή για να ξεκινήσει η παρέμβαση σε ένα παιδί;

Είναι καλύτερα η παρέμβαση να πραγματοποιείται νωρίς παρά αργότερα. Οι υπηρεσίες ειδικής αγωγής που εστιάζουν στα βρέφη, στα νήπια και στα παιδιά προσχολικής ηλικίας που έχουν αναπηρίες ή βρίσκονται σε κίνδυνο εμφάνισης αναπτυξιακών διαταραχών φαίνεται να έχουν συστηματικότερα αποτελέσματα στην ζωή του ατόμου.

 

Ποια μέσα χρησιμοποιεί ο ειδικός παιδαγωγός κατά την παρέμβαση;

Ο ειδικός παιδαγωγός αξιοποιεί ειδικά παιδαγωγικά βιβλία, πολυτροπικά κείμενα, ασκήσεις για την αγωγή των αισθήσεων και των δεξιοτήτων, παιχνίδια κατασκευών και δημιουργίας, δραματοποιήσεις, παιδαγωγικά και ψυχοκινητικά παιχνίδια, ειδικό εκπαιδευτικό λογισμικό με την χρήση νέων τεχνολογιών, μεταγνωστικές στρατηγικές, πολυαισθητηριακές μεθόδους και ειδικές τεχνικές επικοινωνίας (π.χ. ελληνική νοηματική γλώσσα, κώδικας γραφής Braille, οπτικές κάρτες PECS).

 

Επομένως, ο ειδικός παιδαγωγός ασχολείται μόνο με παιδιά;

Η ειδική αγωγή ασχολείται κυρίως με παιδιά αλλά όχι μόνο. Βασικός της στόχος είναι η υψηλή πρόοδος του παιδιού/νέου μετά την αποφοίτησή του από την δευτεροβάθμια εκπαίδευση στην κοινωνική και εργασιακή ζωή. Είναι γεγονός ότι πολλοί νέοι ενήλικες με αναπηρίες ή άλλες δυσκολίες είναι μη επιτυχημένοι και δυσαρεστημένοι από την μετά το σχολείο προσαρμογή τους.

 

Εδώ στο νησί, πού μπορώ να απευθυνθώ για να ζητήσω βοήθεια για το παιδί μου;

Στην Κινητή Μονάδα Ψυχικής Υγείας ΒΑ Κυκλάδων ΕΠΑΨΥ με έδρα την Πάρο, στα πλαίσια της ενίσχυσης των παιδοψυχιατρικών υπηρεσιών, προσφέρονται πλέον δωρεάν υπηρεσίες διαγνωστικής εκτίμησης και ειδικής διαπαιδαγώγησης σε παιδιά και νέους με ειδικές εκπαιδευτικές ανάγκες. Η παροχή της παραπάνω υπηρεσίας υποστηρίζεται από την δι-επιστημονική ομάδα της ΚΜΨΥ που απαρτίζεται από παιδοψυχίατρο, κλινικούς ψυχολόγους και ειδικό παιδαγωγό.

Κατάθλιψη στην τρίτη ηλικία

Η κατάθλιψη αποτελεί μια από τις συχνότερες και σοβαρότερες ψυχιατρικές διαταραχές. Σχεδόν το 20% των ατόμων άνω των 65 ετών αντιμετωπίζουν καταθλιπτικά συμπτώματα.

Η κατάθλιψη μπορεί να εκδηλωθεί με ποικίλα συμπτώματα όπως : η καταθλιπτική διάθεση στο μεγαλύτερο μέρος της ημέρας, η έντονη μείωση του ενδιαφέροντος και της ευχαρίστησης, η μεταβολή της όρεξης και του βάρους, οι διαταραχές του ύπνου, η ψυχοκινητική διέγερση ή επιβράδυνση,η κόπωση και η απώλεια της ενεργήτικότητας, τα αισθήματα αναξιότητας και οι ενοχές, η μείωση της συγκέντρωσης και η αναποφασιστικότητα, οι σκέψεις θανάτου ή αυτοκτονίας.

Οι πιθανές αιτίες της κατάθλιψης μπορεί να  εντοπίζονται σε γενετικούς, σε βιοχημικούς-ενδοκρινικούς, σε ψυχολογικούς ή/και σε κοινωνικούς παράγοντες. Δυσάρεστα γεγονότα ζωής και δομικές ανωμαλίες του εγκεφάλου μπορούν να παίξουν ρόλο στην εκδήλωσή της.

Ειδικά για τους ηλικιωμένους πρέπει να τονιστεί ότι η κατάθλιψη δεν αποτελεί  ένα φυσιολογικό επακόλουθο της γήρανσης, αλλά μια ψυχική νόσο που πρέπει να αντιμετωπίζεται.  Δυστυχώς οι ηλικιωμένοι και οι φροντιστές τους σπάνια επιζητούν εξειδικευμένη βοήθεια.

Η αποστέρηση ερεθισμάτων, η επιδείνωση της σωματικής υγείας, η απώλεια του συντρόφου (πένθος) και των παιδιών (όταν φεύγουν από την οικογενειακή «φωλιά»), η διαμονή σε οίκο ευγηρίας, η έλλειψη κοινωνικού πλαισίου υποστήριξης, η κατανάλωση αλκοολούχων ποτών και ορισμένων φαρμάκων δρουν σαν προδιαθεσικοί παράγοντες στην εμφάνιση της κατάθλιψης στην τρίτη ηλικία.

Η κατάθλιψη στους ηλικιωμένους εμφανίζει ορισμένες ιδιαιτερότητες. Πολλές φορές συγχέεται με την άνοια και πολύ συχνά συνυπάρχει με άλλες σωματικές νόσους.  Οι ηλικιωμένοι είναι πιο ευαίσθητοι στις ανεπιθύμητες ενέργειες των φαρμάκων ενώ πιθανές είναι και οι αλληλεπιδράσεις ανάμεσα στις διάφορες φαρμακευτικές ουσίες που λαμβάνουν. Επιπρόσθετα το ενδεχόμενο απόπειρας αυτοκτονίας δεν πρέπει καθόλου να υποτιμάται.

Ως προληπτικά μέτρα προτείνονται -στο μέτρο του δυνατού- η άσκηση, η ισορροπημένη  διατροφή-φυσική ζωή, η ενίσχυση της κοινωνικότητας-δραστηριότητας, η πολυαισθητηριακή διέγερση και η έγκαιρη αντιμετώπιση των σωματικών νοσημάτων.

Η θεραπευτική αντιμετώπιση μπορεί να περιλαμβάνει ψυχοθεραπευτικές παρεμβάσεις, φαρμακευτική αγωγή, ενίσχυση της δραστηριότητας-κοινωνικότητας, άσκηση του σώματος και του νου.

Οι ηλικιωμένοι δικαιούνται μια καλύτερη ποιότητα ζωής!
 

Παναγιώτης Γιαννόπουλος
Ψυχίατρος κλιμάκιου Σίφνου-Σερίφου Κινητής Μονάδας Ψυχικής Υγείας Δυτικών Κυκλάδων ΕΠΑΨΥ

Η τέχνη να λέμε «όχι»

Το να λέει κανείς όχι πολλές φορές θεωρείται προτέρημα. Άλλες πάλι φορές είναι εύκολο να αγανακτήσει κανείς, επειδή δεν έχει τη δύναμη, εκείνο δηλαδή το ψυχικό σθένος που χρειάζεται, ώστε να καταφέρει να αρνηθεί κάτι, το οποίο απαιτεί είτε μια μεγάλη παραχώρηση είτε μεγάλο κόπο. Η αγανάκτηση αυτή και η δυσκολία, ωστόσο, προκύπτει από το γεγονός πως εκείνος που δυσκολεύεται να αρνηθεί, να αντιπαρατεθεί στην επιθυμία του άλλου δηλαδή, πολλές φορές υποφέρει, ακόμα κι αυτό το ψυχικό φορτίο που υπομένει δεν του είναι συνειδητά γνωστό. Ένα από τα πιο συχνά αιτήματα, αν και τις περισσότερες φορές όχι αρχικά, που αναδύονται κατά την ψυχοθεραπεία, έχει να κάνει με την αδυναμία των ανθρώπων να αρνούνται, να λένε όχι, μια αδυναμία που πολύ συχνά συνοδεύεται από ενοχή και από χαμηλή αυτοεκτίμηση. Πολύ συχνά, επίσης, μια πιθανή άρνηση ή αντίρρηση που θα φέρει κάποιος, ενδέχεται να αναζωπυρώσει άγχη εγκατάλειψης και αποχωρισμού. Έτσι πολύ συχνά δημιουργείται ένας φαύλος κύκλος κι ένα μοτίβο σχέσεων που βασίζεται σε συναισθηματικούς εκβιασμούς. Αυτό δεν είναι δύσκολο να το καταλάβει κανείς, αν σκεφτεί πως οι σημαντικές σχέσεις που έχει ένα άτομο στη ζωή του, δεν είναι μόνο συντροφικές, αλλά είναι και οικογενειακές ή και επαγγελματικές.

Οι λόγοι για τους οποίους κανείς δε μαθαίνει να λέει όχι είναι τόσο πολύπλοκοι και μοναδικοί, όσο είναι και η ψυχική ταυτότητα καθενός. Τα ψυχικά αυτά αποτυπώματα προκύπτουν συχνά από ένα περιβάλλον, οπού κανείς μεγαλώνει νιώθοντας πως η αγάπη πολλές φορές συνοδεύεται από συγκεκριμένους όρους και αναλαμβάνοντας την υποχρέωση να τους εκπληρώνει. Το περιβάλλον αυτό, ωστόσο, γίνεται σταδιακά μια τόσο απόλυτη πραγματικότητα, που συχνά το άτομο δυσκολεύεται να την αντιληφθεί και ακόμα περισσότερο, δυσκολεύεται να την αξιολογήσει, διεκδικώντας την ικανοποίηση των προσωπικών του επιθυμιών. Έτσι λοιπόν, μεγαλώνοντας σε ένα τέτοιο περιβάλλον, καλούμαστε να ικανοποιήσουμε την επιθυμία του άλλου, να υποτάξουμε τη δική μας επιθυμία και ανάγκη για αυτοπροστασία με αντάλλαγμα την αγάπη που παίρνουμε. Κατ’ επέκταση, με αυτόν τον τρόπο ερχόμαστε σε επαφή, δημιουργούμε έναν ισχυρό δεσμό και ταυτιζόμαστε με τον άλλο.

Όμως πότε ξεκινά κανείς να αναλογίζεται και τις δικές του, τις ατομικές ανάγκες;

Όπως γράφει η Alice Miller, Ελβετή ψυχαναλύτρια, «Η ζωή του καθενός είναι γεμάτη από ψευδαισθήσεις, ίσως επειδή η αλήθεια μας φαίνεται συχνά αβάσταχτη». Το να ανακαλύψει κανείς μέσα από την ψυχοθεραπεία την προσωπική του αλήθεια είναι τις περισσότερες φορές μια επίπονη διαδικασία με μεγάλο ψυχικό κόστος. Αυτό είναι ένα στάδιο που χρειάζεται μέχρις ότου να κατακτήσει μια ψυχική ελευθερία και να μπορέσει να αντιταχθεί πολλές φορές σε ό,τι θα μπορούσε να τον καταπιέσει και να τον περιορίσει.

 

Γιώργος Βάσσος, Κλινικός Ψυχολόγος MSc,  Εκπαιδευόμενο μέλος της Ελληνικής Ψυχαναλυτικής Εταιρείας, Κλιμάκιο Μήλου Κινητής Μονάδας Ψυχικής Υγείας Δυτικών Κυκλάδων ΕΠΑΨΥ

 

ΕΚΡΗΞΕΙΣ ΘΥΜΟΥ ΣΤΑ ΠΑΙΔΙΑ

ΤΙ ΚΑΝΟΥΜΕ ΚΑΙ ΤΙ ΑΠΟΦΕΥΓΟΥΜΕ ΤΗ ΔΥΣΚΟΛΗ ΩΡΑ

Είναι  πολύ συνηθισμένο να έρθουμε αντιμέτωποι με την δύσκολη αυτή συμπεριφορά του «μικρού» μας. Πολλές φορές ο γονιός νιώθει «λίγος» ή αβοήθητος ή απλά ντροπιασμένος σε μια τέτοια αντίδραση. Άλλες πάλι φορές θυμώνει και ο ίδιος με αποτέλεσμα η ένταση και των δύο να κορυφώνεται γρήγορα.

Οπότε... τι κάνουμε;
Κατ’ αρχάς προσπαθούμε να συγκρατήσουμε την υπομονή μας, όσο δύσκολο και αν είναι. Κανένας δεν σας κρίνει άσχημα εκείνη την ώρα (παρ’ όλο που αυτό νιώθετε). Προσπαθήστε να καταλάβετε τι είναι αυτό που θέλει να σας πει το «μικρό» σας και δεν μπορεί με λογάκια. Μπορεί να είναι κάτι πολύ απλό όπως «είμαι κουρασμένος», «βαρέθηκα», «νυστάζω», «μου έχεις λείψει και θέλω να ασχοληθείς μαζί μου»...απλές σκέψεις που δεν ξέρει πως να τις εκφράσει. Με λίγα λόγια προσπαθούμε να «ακούσουμε» το συναίσθημα του, που μπορεί να μην είναι θυμός αλλά στενοχώρια ή δυσφορία. Άλλες πάλι φορές προσπαθούμε να αγνοήσουμε συμπεριφορές που δεν θέλουν να διαιωνιστούν (αν ασχοληθούμε πολύ κινδυνεύουμε να κάνουμε αρνητική ενίσχυση της συμπεριφορές). Στα πιο μικρά παιδιά βοηθάει να τους αποσπάσουμε την προσοχή με κάτι άλλο.

Τι δεν κάνουμε;

Προσπαθούμε να μην ακυρώσουμε τα συναισθήματα τους.΄Ένας γονιός-ενήλικας θα πει «φρικάρει και για τα πιο απλά, πέφτει κάτω, φωνάζει, κοπανιέται κτλ» Αυτό, όμως που είναι τόσο μικρό και ασήμαντο για τον ενήλικα μπορεί να είναι πολύ σημαντικό για ένα μικρό παιδί. Τα μικρά παιδιά δεν έχουν φτάσει στην ηλικία που είναι οι γονείς όποτε είναι δύσκολο να μπουν στη θέση τους. Οι ενήλικες, όμως έχουν περάσει από την ηλικία του παιδιού και μπορούν... με λίγη προσπάθεια να θυμηθούν  πόσο δύσκολο είναι κάποιες φορές να είσαι παιδί.

Αποφεύγουμε εκφράσεις του τύπου «δεν έγινε και τίποτα», «πως κάνεις έτσι», «σιγά το πράγμα», «γίνεσαι ρεζίλι» κ.α.

Μην απορρίπτετε το παιδί με εκφράσεις του τύπου «δεν είσαι καλό παιδί» καλύτερα χαρακτηρίστε την συμπεριφορά π.χ με αυτό τον τρόπο δεν καταλαβαίνω τι θες και πως να βοηθήσω.

Ως γονείς καλείστε να επιδείξετε ένα μοντέλο σωστότερης και αποδοτικότερης συμπεριφοράς.

Επιπλέον αποφεύγετε να λέτε ότι τέτοιου τύπου συμπεριφορές σας λυπούν, σας ντροπιάζουν  ή θα σας «αρρωστήσουν». Με αυτό τον τρόπο γεμίζετε τα μικρά σας  με ενοχές. Μη καταφεύγετε σε ψέματα.

Σε κάθε περίπτωση, πάντως, που αυτές οι συμπεριφορές οδηγούν σε δυσλειτουργία της οικογένειας ή δοκιμάζουν την σχέση και την επικοινωνία με το παιδί σας μπορείτε να απευθυνθείτε σε έναν ειδικό.


Κάλλια Μπακογιάννη
Παιδοψυχίατρος , Κινητή Μονάδα Ψυχικής Υγείας ΒΑ Κυκλάδων ΕΠΑΨΥ
            Η έννοια της μητρικής λειτουργίας ενέχει μία αινιγματική διάσταση καθώς δεν μπορεί να οριστεί με πολύ συγκεκριμένους όρους, ώστε να ακολουθηθούν απολύτως ορισμένα βήματα και τακτικές. Είναι πολύ σημαντικό να υπογραμμιστεί ότι με τη γέννηση του παιδιού γεννιέται ψυχικά και η μητέρα, δηλαδή έχει πλέον μία νέα ταυτότητα συνδεόμενη με την απόκτηση του παιδιού, η δόμηση της οποίας γίνεται σταδιακά και αθροιστικά, δηλαδή αφενός περνάει από ορισμένα στάδια και αφετέρου δεν περιορίζεται φυσικά στη στιγμή της γέννησης του παιδιού : ξεκινά από πριν τη γέννησή του και συνεχίζεται και μετά από αυτή. Η μητέρα αποτελεί για το παιδί το πρώτο περιβάλλον, σε ψυχοσωματικό επίπεδο και η ποιότητα της μεταξύ τους σχέσης που θα εδραιωθεί θα έχει σημαντική επίδραση στη μετέπειτα ψυχοσυναισθηματική εξέλιξη του παιδιού. Από πριν τη γέννησή του καθώς η επιθυμία απόκτησης παιδιού είναι εκείνη που σηματοδοτεί την έναρξη της ταυτότητας, ενώ μετά τη γέννησή του διαφοροποιείται σε στάδια ανάλογα και με το στάδιο εξέλιξης του παιδιού. Η μητρότητα αφορά σε μία ιδιαίτερη ψυχική οργάνωση συγκροτώντας ένα νέο μόνιμο πλέον κομμάτι του εαυτού και ακριβώς αυτή η ψυχική διάσταση, όσον αφορά στις αλλαγές και στη σημασία τους σε σχέση με τη μητρότητα, δεν πρέπει να διαφεύγει της προσοχής μας.

            Από τη στιγμή της γέννησης και μετά τη συνάντηση του φανταστικού με το πραγματικό μωρό, δηλαδή εκείνου που η μητέρα φανταζόταν κατά τη διάρκεια της εγκυμοσύνης και του μωρού που γεννιέται, είναι πολύ σημαντική η αναγνώριση και η σωστή διαχείριση των διαφορών ανάμεσα στην πραγματικότητα και τις προσδοκίες ώστε οι δεύτερες να μη λειτουργήσουν εις βάρος του παιδιού. Εδώ είναι πολύ σημαντικό να τονίσουμε δύο σημεία: πρώτον, η αφήγηση γύρω από τη γέννηση του παιδιού θα αποτελεί πάντα ένα πολύ σημαντικό κομμάτι της μητρικής ταυτότητας και ακολούθως η διαμόρφωση της μητρικής νοοτροπίας επηρεάζεται από τη σημασία της δικής της προσωπικής ιστορίας, καθώς όταν μία γυναίκα γίνεται μητέρα ενεργοποιείται το παρελθόν της, οι δικές της προσωπικές εμπειρίες αλλά και η αναζήτηση υποστηρικτικού δικτύου από το δικό της οικογενειακό περιβάλλον. Το δεύτερο και σημαντικότερο σημείο που πρέπει να τονιστεί αφορά στο ρόλο του πατέρα και στην εγκατάσταση ενός νέου οικογενειακού πυρήνα που αποτελείται πλέον από τους νέους γονείς και το παιδί. Είναι σημαντικό οι νέοι γονείς να είναι εκείνοι που θα βάλουν τα όρια και τις αρχές στη νέα οικογένεια, φυσικά επηρεασμένοι από τις δικές τους καταβολές, αλλά όσο γίνεται παραμένοντας έξω από τα οικογενειακά στερεότυπα ώστε να αναδειχθεί η προσωπική ταυτότητα του παιδιού και να μην μπει σε μία θέση όπου όλοι θα αναμένουν την πραγματοποίηση πληθώρας προσδοκιών που τελικά δεν το αφορούν προσωπικά.

            Ένα ακόμη πολύ σημαντικό σημείο έχει να κάνει με την έννοια του λάθους, που συχνά η μητέρα φοβάται και εξαιτίας αυτού τείνει να κατηγορεί τον εαυτό της και να ενοχοποιείται. Όπως ειπώθηκε, δεν υπάρχει σαφής ορισμός της μητρότητας και απόλυτος προσδιορισμός αυτής, επομένως τα «λάθη» αναμένουμε να συμβούν ενώ αντιθέτως, η προσδοκία αλάθητου στο μητρικό ρόλο επιφορτίζει τη μητέρα αλλά και το παιδί με έντονο άγχος. Τα «λάθη» είναι πολύ σημαντικά γιατί ενεργοποιούν και επιτρέπουν την απόκτηση τρόπων διόρθωσής τους συμβάλλοντας έτσι στη δυνατότητα επικοινωνίας ανάμεσα στη μητέρα και το παιδί. Η μητέρα καταφέρνει δηλαδή έτσι να κατανοήσει καλύτερα το παιδί της και να βρίσκει νέους τρόπους και τεχνικές για την όσο το δυνατόν πιο εύστοχη ικανοποίηση των αναγκών του παιδιού της. Από την πλευρά του το παιδί μαθαίνει σταδιακά έτσι να δημιουργεί τον τρόπο με τον οποίο να ικανοποιεί και να ηρεμεί τον εαυτό του σταδιακά διαφοροποιούμενο από τη μητέρα του. Η διαφοροποίηση και η κατάκτηση της αυτονομίας είναι έννοιες πολυσύνθετες που αναφέρονται σε μία μακρά πορεία που περιλαμβάνει διάφορα στάδια για ένα παιδί, ανάλογα με την ηλικία του. Η μητέρα είναι εκείνη που θα του δείξει το διαφορετικό και τον έξω κόσμο κι είναι καίριας σημασίας η παρουσία της να μην αφορά πια σε αποκλειστικότητα το παιδί ώστε κι εκείνο να αποκτήσει την ικανότητα για την κατάκτηση της αίσθησης του εαυτού του και χωρίς τη συνεχή φροντίδα της μητέρας. Γι’ αυτό το λόγο είναι πολύ σημαντική η ανάδειξη του ρόλου του πατέρα και μέσα από τα λόγια και την παρουσία της μητέρας, ώστε να του δοθεί ο κατάλληλος χώρος και χρόνος στη ζωή της γυναίκας-μητέρας μετά τη γέννηση του παιδιού. Διότι κι εκείνος αποκτά νέα ταυτότητα μετά τη γέννηση του παιδιού, εκείνη του πατέρα, χωρίς αυτό να είναι το μοναδικό χαρακτηριστικό που διαμορφώνει τη θέση του στη νέα οικογένεια. Για το παιδί είναι επομένως καίριας σημασίας να γνωρίζει και να αντιλαμβάνεται με συστηματικό τρόπο την παρουσία του πατέρα ως τρίτου και το ρόλο του στο πλάι της μητέρας, ώστε να ανοίξει ο δρόμος της ετερότητας και της σχέσης με τους άλλους.

            Πολύ σημαντικό μέρος της σχέσης ανάμεσα στη μητέρα και το παιδί με στόχο την υγιή ανάπτυξη και εξέλιξη αυτού είναι το παιχνίδι, που εδραιώνεται ακριβώς μέσα από αυτή τη σχέση. Στην αρχή, όταν η επικοινωνία με το βρέφος γίνεται με μη λεκτικό τρόπο το παιχνίδι είναι σωματικό, ακριβώς γιατί η ίδια η σχέση προσδιορίζεται από το σωματικό διάλογο ανάμεσα στα μέλη της. Επομένως πρόκειται για έναν ελεύθερο αυτοσχεδιασμό την ώρα που η μητέρα ταΐζει, αλλάζει ή κάνει μπάνιο το παιδί της. Στη συνέχεια και στην πορεία της ζωής του παιδιού είναι σημαντικό το παιχνίδι να επιμερίζεται και στους δύο γονείς, έχοντας άλλες διαστάσεις με τον ένα και με τον άλλο γονέα, αφήνοντας πάντα το παιδί σταδιακά και περισσότερο μόνο του ώστε να αναπτύσσει τη δημιουργικότητά του αλλά και την ικανότητά του να παραμένει μόνο παίζοντας και λαμβάνοντας ευχαρίστηση από αυτό, για να επιθυμεί στη συνέχεια να μοιραστεί το παιχνίδι του προς τα έξω αναζητώντας τη σχέση με τους συνομηλίκους του μέσω της διαδικασίας της κοινωνικοποίησης στα διαφορετικά περιβάλλοντα όπου θα βρεθεί.

            Κλείνοντας, είναι κρίσιμο να τονιστεί για άλλη μία φορά η αινιγματική διάσταση της έννοιας της μητρότητας. Τα «λάθη» υπάρχουν για να βρίσκουμε τρόπους να τα αναγνωρίζουμε και να τα «διορθώνουμε» με την έννοια της εύρεσης του καλύτερου δυνατού τρόπου επικοινωνίας με το παιδί, αρκεί η μητέρα να έχει πάντα κατά νου ότι το παιδί δεν είναι η συνέχειά της, το απόκτημά της, αλλά αντιθέτως ένας νέος άνθρωπος εύπλαστος απέναντι στη ζωή και στις απαιτήσεις που αυτή επιτάσσει. Και η μητέρα μαζί με τον πατέρα είναι εκεί για να του δείχνουν το δρόμο.

Ναυσικά Τσιπά, Ψυχολόγος Κινητής Μονάδας Ψυχικής Υγείας Δυτικλων Κυκλάδων ΕΠΑΨΥ, Δρ. Κλινικής Ψυχολογίας, Universite Paris Nord – Sorbonne Cite

Η οριοθέτηση αποτελεί σημαντικό κομμάτι της διαπαιδαγώγησης, ωστόσο δεν είναι εύκολη υπόθεση.. Οι γονείς συχνά αναρωτιούνται αν χρειάζονται τα όρια, ποιος είναι ο καλύτερος τρόπος να μπουν όρια στη συμπεριφορά ενός παιδιού, από ποια ηλικία και μετά χρειάζεται να ξεκινούν κλπ. 

Με τη γέννηση ενός βρέφους, οι γονείς προσπαθούν να ανταποκρίνονται άμεσα στις ανάγκες του για τροφή, φροντίδα, αγκαλιά, εξασφαλίζοντας ένα ασφαλές και ζεστό περιβάλλον, με αγάπη και στοργή χωρίς όρια. Καθώς το μωρό μεγαλώνει προκύπτει και η ανάγκη να τίθενται όρια σε κάποιους τομείς. Μετά από λίγους μήνες, ήδη πριν την ηλικία των 12 μηνών ξεκινούν συνήθως τα συχνά ΟΧΙ από τους γονείς. Μέχρι 2 ετών τα παιδιά δεν αναγνωρίζουν τις συνέπειες των πράξεων και χρειάζονται συνεχή καθοδήγηση από τους γονείς για το τι επιτρέπεται και τι όχι. Αναμενόμενο είναι τα παιδιά πολλές φορές να αντιδρούν, να παίρνουν πρωτοβουλίες, να λένε επίσης ΟΧΙ. Ωστόσο, είναι σημαντικό να μπαίνουν ξεκάθαρα όρια ήδη από μικρή ηλικία, καθώς μέχρι τα 7 έτη έχει συνήθως διαμορφωθεί η σχέση του παιδιού με τα όρια. Πολλοί γονείς προσπαθούν στην εφηβεία να θέσουν όρια, ωστόσο αν αυτή η διαδικασία δεν έχει ξεκινήσει πολύ νωρίτερα, θα συναντήσουν μεγάλη δυσκολία.

Κάποιοι τομείς στους οποίους χρειάζεται να θέτονται τα πρώτα όρια είναι οι παρακάτω:

  • Ύπνος: ορίζεται συγκεκριμένη ώρα ύπνου το βράδυ, τα παιδιά κοιμούνται στο δικό τους κρεβάτι και το δικό τους δωμάτιο κλπ
  • Φαγητό: τα παιδιά ενθαρρύνονται να τρώνε μόνα τους, όταν κατακτήσουν τις σχετικές δεξιότητες, διαχωρίζεται η ώρα του φαγητού από την ώρα του παιχνιδιού, τρώνε στο τραπέζι κλπ
  • Τηλεόραση, κινητά, υπολογιστές: ανάλογα την ηλικία, τα παιδιά χρησιμοποιούν αυτά τα μέσα για συγκεκριμένη ώρα κλπ
  • Συμπεριφορά: περιορισμός επιθετικής συμπεριφοράς προς τους άλλους κλπ
  • Σώμα: το παιδί μπορεί το ίδιο να αγκαλιάζει και φιλάει κάποιον ή να δέχεται αντίστοιχα αγκαλιές μόνο όταν το ίδιο το θέλει κλπ

 

Τα όρια και οι κανόνες δεν πρέπει να μπαίνουν με αυστηρό κι άκαμπτο τρόπο που, δεν θα αφήνει στο παιδί χώρο για πρωτοβουλίες κι επιθυμίες, ούτε θα πρέπει να ακολουθούνται από αυστηρές τιμωρίες και υπερπροστασία. Από την άλλη, δε βοηθάει να είναι πολύ χαλαρά ή ανύπαρκτα, καθώς το παιδί μαθαίνει να λειτουργεί εγωκεντρικά και τελικά παρουσιάζει δυσκολίες προσαρμογής και σε άλλα πλαίσια (σχολείο, ομαδικές δραστηριότητες). 

Τα όρια χρειάζεται να ορίζονται με σαφή και σταθερό τρόπο, καθώς βοηθούν το παιδί να λειτουργεί υπεύθυνα κι ανεξάρτητα. Λειτουργούν προστατευτικά, ώστε να μπορεί να εξερευνήσει με ασφάλεια τον κόσμο γύρω του, καθορίζουν τον τρόπο που σχετίζεται με τους άλλους, βοηθούν το παιδί να αποκτά έλεγχο του εαυτού του,  να αναγνωρίζει και να σέβεται τις ανάγκες, επιθυμίες του ίδιου και των άλλων. Τέλος, το παιδί μαθαίνει να βάζει και το ίδιο όρια στους άλλους, σημαντικό εφόδιο και για τη μετέπειτα ζωή του.

Όταν οι γονείς θέτουν κανόνες, είναι σημαντικό να προσπαθούν να το κάνουν χρησιμοποιώντας μικρές, κατανοητές προτάσεις, ανάλογα με την ηλικία του παιδιού, χωρίς να δίνουν πολλές πληροφορίες ταυτόχρονα. Η συζήτηση με τα παιδιά για το θέμα αυτό είναι καλύτερα να γίνεται όταν γονείς και παιδιά είναι ήρεμοι κι όχι ενώ υπάρχει κάποια ένταση-έντονη διαφωνία για κάτι που συνέβη. Χρειάζεται σταθερότητα από την πλευρά των γονιών, ώστε να μη δίνονται διπλά μηνύματα για το τι επιτρέπεται και τι όχι, και συχνή ενθάρρυνση κι επιβράβευση της θετικής συμπεριφοράς, όχι μόνο επισήμανση της μη αποδεκτής συμπεριφοράς. Είναι σημαντικό επίσης κι οι γονείς να ακολουθούν όρια, καθώς τα παιδιά ταυτίζονται μαζί τους κι εσωτερικεύουν στάσεις και συμπεριφορές.  

Ωστόσο, χρειάζεται να υπάρχει ευελιξία, και να διαμορφώνονται τα όρια ανάλογα με το αναπτυξιακό στάδιο και την ιδιοσυγκρασία του παιδιού, με συνεχή έλεγχο αν είναι πολύ ασφυκτικά ή χαλαρά για την ηλικία του και αν τελικά χρειάζεται να επαναπροσδιοριστούν. Επίσης, είναι σημαντικό να διαχωρίζονται οι τομείς στους οποίους χρειάζεται να μπουν αυστηρότερα όρια και να υπάρχει κοινή γραμμή των γονιών κι όσων εμπλέκονται στη φροντίδα των παιδιών. Τα όρια τίθενται και από τους δυο γονείς.

Επιπρόσθετα, η κριτική/ χαρακτηρισμοί ως προς μια μη αποδεκτή συμπεριφορά χρειάζεται να επικεντρώνονται στην ίδια την πράξη, όχι στο παιδί και τα συναισθήματα του. Ενθαρρύνουμε τη συναισθηματική έκφραση, δεν ενοχοποιούμε το παιδί επειδή θύμωσε, αλλά κατευθύνουμε προς αποδεκτούς τρόπους έκφρασης του θυμού. ΣΕ ΚΑΜΙΑ ΠΕΡΙΠΤΩΣΗ ΔΕ ΧΡΗΣΙΜΟΠΟΙΟΥΜΕ ΣΩΜΑΤΙΚΗ ΤΙΜΩΡΙΑ ΚΑΙ ΨΥΧΟΛΟΓΙΚΗ ΒΙΑ, καθώς έχουν ΜΟΝΟ αρνητικές συνέπειες στα παιδιά.

Τέλος είναι σημαντικό να θυμόμαστε:

  • Θέτοντας όρια διαπραγματευόμαστε και τη δική μας σχέση με τα όρια, όπως διαμορφώθηκαν στη δική μας πατρική οικογένεια.
  • Δε χρειάζεται να έχουμε ενοχές επειδή προσπαθούμε να θέσουμε όρια... θέτω όρια δε σημαίνει ότι δεν αγαπώ τα παιδιά μου, ούτε ότι εκείνα δε θα με αγαπούν..
  • Χρειάζεται να είμαστε έτοιμοι να αντέξουμε τις αντιδράσεις και τα συναισθήματα του παιδιού (θυμός, γκρίνια, κλάμα): είναι φυσιολογικό τα παιδιά να αντιδρούν, να δοκιμάζουν τα όρια.
  • Είναι σημαντικό να είμαστε έτοιμοι επίσης να αντέξουμε και τα δικά μας συναισθήματα, όταν τα παιδιά αντιδρούν στα όρια..Δεν αντιδρούν για να μας αμφισβητήσουν ως γονείς, αλλά γιατί είναι φυσιολογικό να αντιδρούν ως παιδιά...

 

Στέλλα Παντελίδου

Κλινική Ψυχολόγος ΜSc, PhD (cand.), Θεραπεύτρια Οικογένειας

Επιστημονική Υπεύθυνη Κινητών Μονάδων Ψυχικής Υγείας ΒΑ και Δυτικών Κυκλάδων ΕΠΑΨΥ

 

  

 

 

Πολύ συχνά οι γονείς αναφέρουν για τα παιδιά τους ότι είναι «κλειστοί χαρακτήρες» ή ότι «δεν μιλούν» ανησυχώντας τις περισσότερες φορές καθώς δεν γνωρίζουν πώς εκείνα νιώθουν ή αν τους έχει συμβεί κάτι.  Τα παιδιά βιώνουν πολλά από τα συναισθήματα που βιώνουν και οι ενήλικες. Θυμώνουν, νευριάζουν, στεναχωριούνται, απογοητεύονται, ματαιώνονται,  χαίρονται, ντρέπονται όμως συχνά δεν γνωρίζουν ή δεν βρίσκουν τις κατάλληλες λέξεις για να μιλήσουν γι’ αυτό που νιώθουν. Αντί γι’ αυτό, κάποιες φορές εκδηλώνουν τα συναισθήματά τους με ακατάλληλους τρόπους. Για παράδειγμα, όταν ένα παιδί απογοητεύεται κλαίει και μπορεί να πετάξει τα παιχνίδια του κάτω. Για αρχή είναι εξαιρετικά σημαντικό να αναρωτηθούμε αν εμείς οι γονείς, ως άτομα, έχουμε την τάση να εκφράζουμε και να βάζουμε σε λόγια τα συναισθήματά μας και αν η ατμόσφαιρα και η ποιότητα των σχέσεων  που έχει καλλιεργηθεί  ανάμεσα στα μέλη της οικογένειας  επιτρέπει  την ελεύθερη και χωρίς κριτική έκφρασή  τους.

Αν κάτι τέτοιο ισχύει, ένα εύκολο και εξαιρετικά σημαντικό βήμα στη συναισθηματική αγωγή των παιδιών είναι η βοήθεια που μπορείτε να προσφέρετε στα παιδιά προκειμένου να προσδιορίσουν και να εκφράσουν με λέξεις  τα συναισθήματά τους όπως τα βιώνουν. Για παράδειγμα ο Νίκος ζήλεψε όταν έφεραν στην μικρή του αδερφή ένα δώρο με αποτέλεσμα να της  το πάρει και να προσπαθήσει να το σπάσει . Φανταστείτε λοιπόν τον πατέρα του να του λέει: «Καταλαβαίνω ότι στεναχωρήθηκες. Ζήλευα και εγώ όταν ήμουν μικρός και έβλεπα τη θεία Χριστίνα να παίρνει δώρα. Πιθανότατα η νονά σου θα σου πάρει και εσένα δώρο στα γενέθλια σου». Χρησιμοποιώντας λέξεις που δηλώνουν συναισθήματα βοηθάει τα παιδιά να μετατρέψουν  το αφηρημένο και τρομακτικό  συναίσθημα σε κάτι πιο συγκεκριμένο που αποτελεί φυσικό στοιχείο του ανθρώπου. Με αυτό τον τρόπο δύσκολα συναισθήματα όπως είναι ο θυμός, η θλίψη, ο φόβος μετατρέπονται σε εμπειρίες που βιώνονται από όλους μας και τις οποίες ο καθένας μας μπορεί να τις διαχειριστεί. Ο γονέας που βλέπει το παιδί του να κλαίει και του λέει : «Νιώθεις πολύ λυπημένος, έτσι δεν είναι;», το βοηθάει να καταλάβει ότι βρίσκει κατανόηση και παράλληλα του προσφέρει μια λέξη προς μάθηση για να περιγράψει το έντονο συναίσθημα. Είναι σημαντικό επίσης να έχουμε υπόψη ότι τα συναισθήματά μας είναι συχνά ανάμεικτα και αυτό από μόνο του μπορεί να κάνει τα παιδιά να αισθάνονται μπερδεμένα.  Ένα παιδί που πηγαίνει για πρώτη φορά κατασκήνωση μπορεί να νιώθει χαρά για την ανεξαρτησία του αλλά την ίδια στιγμή να νιώθει φοβισμένο και αγχωμένο επειδή θα χρειαστεί να αποχωριστεί για πρώτη φορά τους γονείς του και θα πάει σε ένα άγνωστο για εκείνο περιβάλλον. Σε αυτή και σε παρόμοιες περιπτώσεις οι γονείς είναι καλό να βοηθήσουν το παιδί να κατανοήσει όλο το φάσμα των συναισθημάτων του, διαβεβαιώνοντάς το, χωρίς διάθεση κριτικής, ότι είναι απόλυτα φυσιολογικό να νιώθει και τα δύο συναισθήματα ταυτόχρονα.

Μελέτες έχουν δείξει ότι η λεκτικοποίηση των συναισθημάτων δρα με «ηρεμιστικό» τρόπο στο νευρικό σύστημα των παιδιών και τα βοηθάει να ξεπεράσουν πιο εύκολα τα περιστατικά που τα αναστατώνουν. Τα παιδιά που μαθαίνουν από μικρή ηλικία να ηρεμούν είναι πιθανότερο να συγκεντρώνονται καλύτερα, να αναπτύσσουν καλύτερη σχέση με τους συνομηλίκους τους, υψηλότερη σχολική επίδοση και καλή υγεία.
 
 Μαρία Γοδενοπούλου
Ψυχολόγος Κλιμακίου Άνδρου Κινητής Μονάδα Ψυχικής Υγείας ΒΑ Κυκλάδων ΕΠΑΨΥ
 
Πηγή: John Gottman. Η συναισθηματική νοημοσύνη των παιδιών. Πώς να μεγαλώσουμε παιδιά με συναισθηματική νοημοσύνη. Εκδ. Ελληνικά Γράμματα, Αθήνα 2000
 
 
Στο παρακάτω κείμενο θα προσπαθήσουμε να δούμε την οικογένεια ως ένα σύνολο, ως ένα ζωντανό σύστημα που αλληλεπιδρά συνεχώς και η πράξη του κάθε μέλους επηρεάζει το άλλο, και τι μπορεί να κάνει μετά την εμφάνιση μιας ασθένειας.
Αντιλαμβανόμενοι την οικογένεια με τα μέλη της ως ένα ζωντανό σύστημα , βλέπει κανείς πως είναι μια διαδραστική μονάδα που η αλλαγή στο ένα μέλος της επηρεάζει όλα τα υπόλοιπα. Φανταστείτε την οικογένεια σαν ένα εκρεμμές  : Όταν κινείται το ένα τμήμα του , όλα τα υπόλοιπα επίσης κινούνται - δεν υπάρχουν χωριστά το ένα από το άλλα και η κίνηση σε οποιοδήποτε μέρος του συστήματος θα επηρεάσει και τα υπόλοιπα μέλη.

Τι γίνεται όμως όταν το οικογενειακό σύστημα μπαίνει σε κρίση;

Η κρίση ορίζεται ως η 'μη προσαρμογή της οικογένειας στη νέα φάση της ζωής . Μπορεί να επέλθει λόγω :  απώλειας (θάνατος , απώλειας εισοδήματος , απώλεια δουλειάς  ) , από ένα χωρισμό ( διαζύγιο , μετακόμιση , οικονομική μετακόμιση ) , ή από μια ασθένεια συγγενικού προσώπου.

Η διάγνωση ενός μέλους της οικογένειας με μία σοβαρή ψυχική ασθένεια αλλάζει ολόκληρο τον «χάρτη» στο εσωτερικό της οικογένειας. Τα συμπτώματα του ίδιου του μέλους που νοσεί και οι αλλαγές που επέρχονται στις σχέσεις των μελών δημιουργούν μια νέα πραγματικότητα που επηρεάζει όλα τα επίπεδα της ψυχοσυναισθηματικής και κοινωνικής ζωής της οικογένειας. Η οικογένεια κλονίζεται , τα δυναμικά μεταβάλλονται και  αλλάζουν οι ρόλοι μέσα στο σπίτι . Για να επανέλθει σε ισορροπία , χρειάζεται χρόνος προσαρμογής , ώστε να μην ασθενήσει όλη η οικογένεια.

Συγκεκριμένα , ο/η σύζυγος ή  το παιδί μετατρέπεται σε φροντιστή –αντιστροφή ρόλων αλλά και διατήρηση του ήδη υπάρχοντος . Λόγω των αυξημένων αναγκών του ασθενή , προτεραιότητα δίνεται στο ρόλο του φροντιστή ,με αποτέλεσμα να υποβαθμιστούν οι υπόλοιποι ρόλοι. Γίνεται ανακατανομή των ρόλων. Για παράδειγμα , όταν ο σύζυγος ασθενεί  με άνοια η σύζυγος γίνεται φροντίστρια , αλλά παραμένει και μητέρα , νοικοκυρά , εργαζόμενη , κι ένας άνθρωπος με προσωπικές ανάγκες , οι οποίες υποβαθμίζονται. Κυριαρχεί ντροπή για την ασθένεια, άγχος, θυμός ( για συγγενείς που μπορεί να μην στάθηκαν ,για  φίλους που απομακρύνθηκαν  ή και για τον ίδιο τον ασθενή που δεν μπορούμε να κατανοήσουμε γιατί φέρεται αλλόκοτα) , λύπη, απώλεια, ενοχές κι απελπισία. Μπαίνουν νέα όρια και κανόνες στο σπίτι , τα υπόλοιπα μέλη συνεργάζονται ξανά για τη φροντίδα του. Βλέπει κανείς ότι υπάρχει μεταφορά της φροντίδας από τους γονείς στα παιδιά.
Εκτός από τις αλλαγές στην οικογένεια υπάρχουν κι ατομικές αλλαγές : Φυσική – ψυχολογική υγεία επιδεινώνεται για όλους λόγω μειωμένου χρόνου , το  προσωπικό  πρόγραμμα και οι προσωπικοί στόχοι αλλάζουν ,η ερωτική ζωή μεταβάλλεται ή διακόπτεται.
Επέρχονται οικονομικές αλλαγές αφού μπορεί να επιβαρυνθεί η οικογένεια λόγω της φροντίδας , καθώς και αλλαγές στο χώρο του σπιτιού όπως προσαρμογή χώρων για τον ανοϊκό ασθενή , ή και μετακόμιση του ασθενή με τον φροντιστή στο σπίτι του παιδιού τους για μεγαλύτερη φροντίδα.

Όλα τα παραπάνω έχουν ως αποτέλεσμα το οικογενειακό σύστημα  να «κλείνει» , και η απομόνωση οικογένειας και φροντιστή να αυξάνεται. Λόγω και του στίγματος της ψυχικής ασθένειας που κυριαρχεί επέρχεται απομάκρυνση από κοινωνικές επαφές κι εκδηλώσεις .
Το έργο αυτό είναι γεμάτο από συναισθηματική ένταση και φυσική εξάντληση, με αποτέλεσμα οι συγγενείς που φροντίζουν τέτοιους ασθενείς να χαρακτηρίζονται και αυτοί ως «τα κρυμμένα θύματα» της νόσου Alzheimer (ΝΑ) (Zarit et al., 1986). Διάφορες μελέτες έχουν δείξει ότι οι οικογένειες που φροντίζουν ασθενείς με άνοια και ιδιαίτερα οι πρωτοβάθμιοι φροντιστές βιώνουν αυξημένη σωματική και ψυχιατρική νοσηρότητα, χαμηλού επιπέδου ποιότητα ζωής και κοινωνική απομόνωση.
Τι μπορούμε να κάνουμε λοιπόν;

Πρώτα από όλα χρειάζεται να καταλάβει κανείς πως η άνοια είναι μία ασθένεια στην αντιμετώπιση της οποίας η οικογένεια μπορεί να παίξει σημαντικό ρόλο. Χρειάζεται η οικογένεια να θωρακιστεί με τη βοήθεια επαγγελματιών ψυχικής, να εκπαιδευτεί  σχετικά με τη νόσο , τα χαρακτηριστικά της, την αντιμετώπιση και το χειρισμό δύσκολων καταστάσεων, να ενημερώνεται συνεχώς για τις  νέες θεραπείες, τα δικαιώματα , τις κοινωνικές παροχές, να συμμετέχει σε συναντήσεις (για ενημέρωση αλλά και για κοινωνική έξοδο που θα αποφέρει  και δικτύωση- γνωριμία με άλλους φροντιστές ).

Χρειάζεται αποδοχή της νέας κατάστασης κι όχι άρνηση της πραγματικότητας,  αποδοχή των αρνητικών συναισθημάτων ( πχ θυμός ) ή και των ακραίων/ προκλητικών ενεργειών του ασθενή . Ο φροντιστής κυρίως χρειάζεται να φροντίσει πιο πολύ και καλά τον εαυτό του , να βάλει όριο στην παροχή βοήθειας , να αναζητήσει ψυχοθεραπεία αν δει ότι δε μπορεί να διαχειριστεί μόνος του τα συναισθήματά του και την κατάσταση, να αναζητήσει προσωπικό χρόνο. Το να ζητήσεις βοήθεια δεν είναι αδυναμία , αλλά είναι υπέρ του ασθενή και υπέρ της οικογενειακής λειτουργίας. Αναζήτηση βοήθειας μπορεί να γίνει στην ευρύτερη οικογένεια , σε επαγγελματίες , σε φορείς , σε ομάδες αυτοβοήθειας. Για τον καλύτερο προγραμματισμό και φροντίδα του ασθενούς, την ενημέρωση όλων των μελών, τη συνεργασία και την μείωση του φορτίου , είναι καλό να προγραμματίζονται οικογενειακές συναντήσεις. Συμπεραίνοντας , η φροντίδα για κάποιον που πάσχει από άνοια θέτει τεράστιο βάρος στη σωματική και ψυχική υγεία του φροντιστή, και μπορεί να απειλεί με αποδιοργάνωση συνολικά στην οικογένεια. Η ασθένεια εκτός από τις αρνητικές τις επιπτώσεις , προσφέρει τη δυνατότητα της ‘ανταπόδοσης’ της φροντίδας , αλλά και το να βιώσει η οικογένεια εμπειρίες και στιγμές πρωτόγνωρες (εκμυστηρεύσεις, συμφιλίωση, περισσότερος χρόνος μαζί ) . Πολλοί φροντιστές ομολογούν ότι έζησαν πρωτόγνωρες εμπειρίες με τον ασθενή ,εκμυστηρεύτηκαν,  συμφιλιώθηκαν. Μέσω της ασθένειας ανακαλύπτεις νέους τρόπους επικοινωνίας με τον ασθενή, προσπαθείς να δώσεις νόημα σε αυτά που κάνει, να αναγνωρίσεις τα συναισθήματά του αλλά και τα δικά σου. Να σκεφτείς πχ για ποιό λόγο μπορεί να θυμώνεις με τον ασθενή : λόγω του ότι φέρεται αλλόκοτα , λόγω ότι δεν αντέχεις να τον/την βλέπεις να είναι σε αυτή την κατάσταση επειδή ήταν κάποτε δυνατός/ή , ή επειδή ήσουν θυμωμένος πάντα μαζί του και τώρα μπορείς να του το δείξεις;

Είναι ιδιαίτερα σημαντική η προσπάθεια κοινωνικοποίησης , η καταπολέμηση της απομόνωσης και η συνεργασία με ειδικούς, αλλά και την κοινότητα, τόσο για την υγεία του ασθενή αλλά και για την διατήρηση της υγείας του φροντιστή.
 
Δημήτρης Γαλάνης
Κοινωνικός Λειτουργός Κινητής Μονάδας Ψυχικής Υγείας ΒΑ Κυκλάδων ΕΠΑΨΥ
 

Η Ε.Π.Α.Ψ.Υ. ιδρύθηκε το 1988 και έκτοτε δραστηριοποιείται αδιάκοπα με σκοπό την προσφορά ενός εναλλακτικού μοντέλου παροχής ψυχιατρικής φροντίδας στην Κοινότητα, στο πλαίσιο του Εθνικού Σχεδίου για την Ψυχική Υγεία «Ψυχαργώς» και με βάση τις αρχές της Ψυχοκοινωνικής Αποκατάστασης.

 

Στηρίζουμε

Στηρίξτε μας

Αριθμοί Λογαριασμού Δωρεών

ALPHA BANK ΙΒΑΝ - GR8001405010501002002007209

ΕΘΝΙΚΗ ΙΒΑΝ - GR1801101380000013848014745


Επικοινωνία

  Ε.Π.Α.Ψ.Υ.
Σαλαμίνος 36,
Μαρούσι, Αττική, Τ.Κ.: 151 24

 +30 210 80 56 920

        +30 210 80 56 921 (Φαξ)

 This email address is being protected from spambots. You need JavaScript enabled to view it.

 9.00 - 17.00