Απόψεις

Ας ξεκινήσουμε με μια απορία. Έχει νόημα η απόπειρα μιας πιο νηφάλιας ανάλυσης για ένα τόσο πολύπλοκο διεθνές γεωπολιτικό πρόβλημα, σε μια συγκυρία όπου επικρατούν εθνικο-λαικιστικές κραυγές και συναισθηματικές εκφορτίσεις αντί για επεξεργασία στρατηγικού σχεδιασμού στον δημόσιο διάλογο;

 

 

Το Εθνικό μέτωπο της Marine Le Pen επικράτησε την 6/12/15 με πρωτοφανή ποσοστά στις 6 από τις 13 Περιφέρειες της Γαλλίας και αυτή η διαφαινόμενη μεταστροφή του εκλογικού σώματος έγινε παρά την εθνικο-πατριωτική στάση που υιοθέτησε ο F.Hollandeμετά τις τρομοκρατικές επιθέσεις στο Παρίσι.

Η πολιτική και κοινωνική  γεωγραφία της Ευρώπης αλλάζει δραματικά όχι μόνο κάτω από το βάρος  του νεο-φιλελεύθερου δογματισμού, αλλά και από τις δραματικές επιπτώσεις του Ισλαμικού φονταμενταλισμού και την υιοθέτηση μιας ακροδεξιάς πολιτικής ατζέντας.

Η απάντηση στην αρχική απορία δεν μπορεί παρά να είναι καταφατική: «Ούτε να κλαίμε, ούτε  να γελάμε, να καταλαβαίνουμε», έγραφε ο Spinoza.
H κατανόηση της Ισλαμικής τρομοκρατίας έχει ορατές συνέπειες στη πολιτική αντιμετώπισής της.

«Thinking is fighting» έγραφε η Βιρτζίνια Γουλφ. Αυτό που ίσως μας μένει είναι να προσπαθούμε να φωτίσουμε ένα τέτοιο φαινόμενο βίας και φανατισμού από μια άλλη οπτική γωνία, ψυχολογική και ψυχαναλυτική, και να διατυπώσουμε ορισμένες σκέψεις για την μακροπρόθεσμη αντιμετώπισή του. Η επικείμενη ένταση του μεταναστευτικού και του προσφυγικού κύματος ήταν προβλήματα ορατά από τότε που οι συμμαχικές δυνάμεις διέλυσαν το Ιράκ, το Αφγανιστάν και προκάλεσαν ένα χάος στον ευρύτερο αραβο-μουσουλμανικό κόσμο, με αντίστοιχα γεωπολιτικά και οικονομικά οφέλη για τις μεγάλες δυτικές δυνάμεις. Επίσης ορατή ήταν και η διόγκωση του φανατισμού.

Η Ελλάδα και ευρύτερα η Ευρώπη υιοθέτησαν την τακτική της στρουθοκαμήλου με σαφείς διαφοροποιήσεις των πολιτικών δυνάμεων. Εντελώς σχηματικά η μεν δεξιά υιοθέτησε μια μιλιταριστική ρητορική και στρατηγική, προσπαθώντας να αδυνατίσει τα επιχειρήματα του άμεσου εκλογικού της ανταγωνιστή, της ακροδεξιάς και των ευρωσκεπτιστικών κομμάτων. Η δε αριστερά, που έκρυβε για χρόνια το μεταναστευτικό κάτω από το χαλί, υιοθέτησε απερίσκεπτα αυτό που εύστοχα ονόμασε ο Δ. Χριστόπουλος (Βήμα, 23/11/2015 –Νέες εποχές) «ανοίκειο συμψηφισμό», δηλαδή τη θέση του «ναι μεν αλλά». Το «ναι» σηματοδοτεί την αναγκαία γραμμή της πολιτικής ορθότητας και σύμβασης για την καταδίκη της βίας,  ενώ το «αλλά» δείχνει να «αποδέχεται» ή να ανέχεται αυτή την τρομοκρατική βία εξαιτίας του αμαρτωλού ιμπεριαλιστικού και αποικιοκρατικού παρελθόντος των δυτικών δυνάμεων.

Υπάρχει και μια άλλη άποψη, αυτή της διχαστικής πολιτικής της πολυπολιτισμικότητας και το ότι το «μετριοπαθές Ισλάμ είναι ένας μύθος» (Σ. Τριανταφύλλου, Καθημερινή 29/11/2015). Θέση που οδηγεί στην ενίσχυση των καταστροφικών στόχων του ισλαμικού κράτους και δικαίωσης της παλαιότερης θεωρίας του Σάμιουελ Χάντιγκτον περί της σύγκρουσης των πολιτισμών.

Ωστόσο, η πολιτική ελίτ της Δύσης αλλά και η πλειοψηφία των διανοητών αδυνατεί να καταλάβει κάτι θεμελιακό: Ποιος είναι ο εχθρός, που βρίσκεται ο εχθρός, ποιοι είναι οι ψυχολογικοί μηχανισμοί που καθιστούν φανατικούς τρομοκράτες χιλιάδες νέους 2ης και 3ης γενιάς των ευρωπαϊκών μεγαλουπόλεων που απαξιώνουν τις αρχές του Διαφωτισμού και του κοσμικού κράτους και συγκροτούν την ταυτότητά τους μέσα από την αγάπη του μίσους;

Έχουμε να κάνουμε με μια διαμάχη πολιτισμών, χωρίς να υποτιμούμε θεμελιακές διαφορές, ή έχουμε να κάνουμε με την κατανόηση του φανατισμού που πιστεύει ότι ο σκοπός, ο οποιοσδήποτε σκοπός δικαιολογεί τα μέσα και εμάς που πιστεύουμε ότι η ζωή είναι ένας σκοπός και όχι μια έννοια; Μιλώντας για την αγάπη του μίσους σημαίνει ότι η επένδυση της ενόρμησης της καταστροφικότητας και του θανάτου που εκφράζονται από τη ρητορική και πρακτική του μίσους, αποτελεί για τους φανατικούς μια αδήριτη ανάγκη, μια ζωτική συνθήκη για την ύπαρξή τους. Φαίνεται ότι ορισμένα άτομα, ορισμένες κοινωνικές ομάδες, στην προκειμένη περίπτωση η έκφραση του ισλαμικού φονταμενταλισμού, καθορίζουν τη ζωή τους, οριοθετούν την ψυχική τους λειτουργία από την ανάγκη να μισούν τον Άλλον. Θα λέγαμε ότι δεν αγαπούν παρά ένα πράγμα, το μίσος τους.

Όπως εύστοχα παρατηρεί ο Ισραηλινός συγγραφέαςΆμος Οζ πρόκειται «για την παλιά διαμάχη μεταξύ φανατισμού και πραγματισμού, μεταξύ φανατισμού και πλουραλισμού, μεταξύ φανατισμού και ανεκτικότητας. Αν πιστεύω ότι κάτι είναι κακό θα το εξοντώσω μαζί με ότι το περιβάλλει.» Ο φανατισμός προϋπάρχει του Ισλάμ, του χριστιανισμού, του ιουδαϊσμού, των κυβερνήσεων, των κρατών, προϋπάρχει οποιασδήποτε ιδεολογίας ή θρησκείας στον κόσμο.

Ο φανατισμός, όπως και το κακό, είναι αυτό που αποτελεί σε όλους μας το πιο οικείο και το πιο ανοίκειο κομμάτι του εαυτού μας. Η τήρηση των κανόνων και των απαγορεύσεων μας μαθαίνει να ζούμε με την έλλειψή μας, μας μαθαίνει να συνυπάρχουμε και να εξελισσόμαστε με τους Άλλους.
Ο φανατικός απεχθάνεται την ματιά στον εσωτερικό του κόσμο, απεχθάνεται την σκέψη, την κριτική, τον αναστοχασμό, την αλλαγή. Μισεί την αβεβαιότητα της αλλαγής με την εξαίρεση ότι θέλει να αλλάξει εμάς. Προδότης για έναν φανατικό είναι αυτός που αλλάζει. Ο φανατικός αρνείται να μάθει από την εμπειρία του, αρνείται να σκεφτεί το γιατί. Πρέπει να εκπληρώσει ένα ιδεώδες που θα τον ενώσει με το θείο, να σκοτώσει και να πεθάνει.

Υπάρχει σημαντική επιστημονική τεκμηρίωση ανάμεσα στη σχέση ταπείνωσης, ντροπής, περιθωριοποίησης που προέρχεται από πολλαπλές μορφές κοινωνικού αποκλεισμού και βίας. Η φονταμενταλιστική ισλαμική ιδεολογία βρίσκει γόνιμο έδαφος για προσηλυτισμό σε προσωπικότητες που είναι ευάλωτες και δυσλειτουργικές, όπως οι νέοι άντρες και γυναίκες που πάσχουν από οριακή ή αντικοινωνική διαταραχή προσωπικότητας. Το χαμηλό μορφωτικό επίπεδο, η φτώχεια, οι κοινωνικές ανισότητες, η ταπείνωση ή το βίωμα της κατωτερότητας απέναντι στην κουλτούρα της δυτικής μεγαλούπολης δεν υποδηλώνει ότι υπάρχει μια γραμμική-αιτιώδης σχέση με τον φανατισμό. Τα πράγματα είναι ιδιαίτερα πολύπλοκα. Ωστόσο, ένα άτομο, όπως στις οριακές διαταραχές, έχει εύθραυστη ταυτότητα, ασταθή εικόνα εαυτού, κινείται ψυχικά μεταξύ ακραίας εξιδανίκευσης και υποτίμησης, εκδηλώνει παρορμητικότητα, καταστροφικότητα και αυτό-καταστροφικότητα, βιώνει επώδυνα συναισθήματα κενού, εκδηλώνει συχνά παρανοϊκό ιδεασμό (για όλα φταίνε οι άλλοι) και φθόνο, αποτελεί ένα ιδανικό υπόβαθρο για προσηλυτισμό.

Κάτι ανάλογο συμβαίνει με τις αποκαλούμενες αντικοινωνικές προσωπικότητες που χαρακτηρίζονται από ένα σταθερό μοτίβο παραβίασης και περιφρόνησης των δικαιωμάτων των άλλων, ευερεθιστότητα και επιθετικότητα, έλλειψη μεταμέλειας και αισθημάτων ενοχής και κυρίως ανάγκη για εκφόρτιση, για βραχυπρόθεσμη ανακούφιση του άγχους τους. Τέτοιες προσωπικότητες υιοθετούν σύντομα και αβίαστα μια πρωτόγονη εξιδανίκευση και ταύτιση με τον θεϊκό πατέρα, βιώνουν την ευφορία της θυσίας σαν μια υπερβατική μυστικιστική εμπειρία. Έτσι επιτελείται ένας βίαιος μετασχηματισμός του μίσους ενάντια στον εαυτό και του φθόνου απέναντι στη διαφορετικότητα, ως ταύτιση και αγάπη προς το θείο. Το «δυτικό ξένο» μας μολύνει, μας απειλεί έλεγε ένας νέος τζιχαντιστής σε έναν Παλαιστίνιο ψυχίατρο. Ένας εκπαιδευτής τρομοκρατών αφηγείτο μιλώντας για την ταπείνωση ως κίνητρο εκδίκησης στους νέους εκπαιδευόμενους: «Πολύ από τη δουλειά έχει ήδη γίνει, λόγω όλων αυτών που υποφέρει ο κόσμος. Μόνο 10% γίνεται από εμένα. Η οδύνη και η εξορία δίνουν στο άτομο 90% από αυτά που χρειάζεται για να γίνει ένας μάρτυρας».

Καταλαβαίνουμε ίσως καλύτερα γιατί η ταύτιση με το θείο μας προστατεύει από το βίωμα της απώλειας και του πένθους. Συνεπώς, το ολίσθημα σε μια παρανοϊκή θέση του ψυχισμού γίνεται ευκολότερο. Το πρόσταγμα της προκρούστειας φαντασίωσης του φανατικού είναι «Εάν δεν ενταχθείς στην εικόνα του εαυτού μου, θέση και αξία που σου ορίζω εγώ ο θύτης, σε εξαφανίζω». Το βασικό κίνητρο παραμένει η ένωση με τον Θεό, με το ιδεώδες του αιωνίου παραδείσου, με το υπερβατικό και όχι μόνο ο φθόνος, η οργή και η εκδίκηση.

Στην ουσία περιγράφουμε ένα κοινωνικό και πολιτισμικό πλαίσιο στις μεταμοντέρνες δυτικές κοινωνίες όπου ο κοινωνικός δεσμός, η νοηματοδότηση, η πολύπλοκη έννοια της υποκειμενοποίησης είναι δομικά ελλειμματικές. Το χάος που προέρχεται από τις εύθραυστες ταυτότητες των ατόμων, την αδυναμία να συμβολοποιούν την απουσία, να βιώνουν ήρεμα το έλλειμμα δείχνει ότι τα αίτια είναι βαθύτατα. Σύμφωνα με τον Γάλλο ψυχαναλυτή R. Kaës (2013), 4 χαρακτηριστικά των μεταμοντέρνων δυτικών κοινωνιών καταστρέφουν κάθε πλαίσιο αναφοράς σε αυτή την «υγρή πραγματικότητα» που ζει το άτομο. Η κουλτούρα του ελέγχου, της έλλειψης ορίων και της ηρωοποίησης του ακραίου, η κουλτούρα του επείγοντος (όλα εδώ και τώρα) και η κουλτούρα της μελαγχολίας απέναντι στις πολλαπλές καταστροφές και αβεβαιότητες για το μέλλον.

Τι να κάνουμε λοιπόν; Υπάρχει επείγουσα ανάγκη, πέρα από συμψηφισμούς και στρατιωτικές επεμβάσεις να ξανασκεφτούμε τις δυνατότητες αλλαγής του πλαισίου μέσα στο οποίο ζει ο «αόρατος εσωτερικός εχθρός». Με την ενδυνάμωση του διαλόγου σε δυτικό πολιτισμικό πλαίσιο με τους μετριοπαθείς Μουσουλμάνους και την ενίσχυση του λόγου των εκκοσμικευμένων θρησκευτικών ηγετών και διανοητών τους.

Από την επίθεση στους δίδυμους πύργους και έως το 2010 [συνεχίζονται] έχουν αναρτηθεί στο διαδίκτυο πολλές βαριά καταδικαστικές κρίσεις που υπογράφουν θρησκευτικοί εκπρόσωποι, γνωστοί ισλαμιστές λόγιοι και μελετητές των ιερών κειμένων, διοικήσεις ισλαμικών θεσμών σε διάφορες αραβικές χώρες (την Αίγυπτο, το Ιράν, το Λίβανο, το Κατάρ, τη Μαλαισία, το Πακιστάν, την Παλαιστίνη, την Τουρκία, τη Σαουδική Αραβία, τη Συρία, την Τυνησία κά.) και από μειονότητες Μουσουλμάνων σε δυτικές χώρες καθώς και κοσμικών θεσμών, όπως π.χ. ο Σύνδεσμος Αραβικών Κρατών. Υποστηρίζουν όλοι ότι το Ισλάμ δεν έχει καμιά σχέση με την τρομοκρατία, τις δολοφονίες και μάλιστα αθώων ούτε την αυτοκτονία (που είναι αμάρτημα θανάσιμο).

Ο βασικός στόχος είναι ο περιορισμός των νέων στρατολογήσεων φανατικών. Αυτό δεν σημαίνει ότι δεν πρέπει να μην ενισχυθεί η συνεργασία των πολυεθνικών δυνάμεων για τον έλεγχο της πληροφορίας. Μοιάζει αδιανόητο ότι ο πόλεμος ενάντια στο φρικαλέο ΙSIS να διεξάγεται από τους Δυτικούς συμμάχους χωρίς τη συμμετοχή των υπόλοιπων ισλαμικών κρατών, που είτε μένουν αμέτοχα είτε επιδεικνύουν μια ύποπτη ανοχή στη δράση του.

Είναι επείγον να ξανασκεφτούμε την εκ βάθρων οικοδόμηση του ευρωπαϊκού χώρου με νέους κοινωνικούς, οικονομικούς και πολιτισμικούς όρους, πέρα από τον φόβο, τον πανικό, την οργή και την απόσυρση που δημιουργεί η ισλαμική τρομοκρατία. Αυτή η Ευρώπη ή θα αλλάξει ή θα αυτοκαταστραφεί σαν ενιαίος χώρος παρασύροντας στο χαοτικό τέλμα της και τον μεταναστευτικό και προσφυγικό φονταμενταλισμό.

Η ήττα της συλλογικής νοηματοδότησης αυτού που συμβαίνει είναι ίσως το μεγαλύτερο πλήγμα για το μέλλον μας. Όπως και η ήττα της σκέψης και της δημιουργικής δράσης υπερβαίνοντας  το καθρέφτισμα του συλλογικού ειδώλου μας με το φανατισμό του εχθρού.

* O κ. Στέλιος Στυλιανίδης είναι καθ. Κοιν. Ψυχιατρικής Παντείου Πανεπιστημίου, Ψυχίατρος - Ψυχαναλυτής

 

ΠΗΓΗ: tvxs.gr

Ισλαμική τρομοκρατία και αγάπη του μίσους

 
«Thinking is fighting» έγραφε η Βιρτζίνια Γουλφ. Αυτό που ίσως μας μένει είναι να προσπαθούμε να φωτίσουμε ένα τέτοιο φαινόμενο βίας και φανατισμού από μια άλλη οπτική γωνία, ψυχολογική και ψυχαναλυτική, και να διατυπώσουμε ορισμένες σκέψεις για τη μακροπρόθεσμη αντιμετώπισή του. Η επικείμενη ένταση του μεταναστευτικού και του προσφυγικού κύματος ήταν προβλήματα ορατά από τότε που οι συμμαχικές δυνάμεις διέλυσαν το Ιράκ, το Αφγανιστάν και προκάλεσαν ένα χάος στον ευρύτερο αραβο-μουσουλμανικό κόσμο, με αντίστοιχα γεωπολιτικά και οικονομικά οφέλη για τις μεγάλες δυτικές δυνάμεις. Επίσης ορατή ήταν και η διόγκωση του φανατισμού.

Η πολιτική ελίτ της Δύσης αλλά και η πλειοψηφία των διανοητών αδυνατεί να καταλάβει κάτι θεμελιακό: Ποιος είναι ο εχθρός, πού βρίσκεται ο εχθρός, ποιοι είναι οι ψυχολογικοί μηχανισμοί που καθιστούν φανατικούς τρομοκράτες χιλιάδες νέους 2ης και 3ης γενιάς των ευρωπαϊκών μεγαλουπόλεων που απαξιώνουν τις αρχές του Διαφωτισμού και του κοσμικού κράτους και συγκροτούν την ταυτότητά τους μέσα από την αγάπη του μίσους;

Οπως εύστοχα παρατηρεί ο ισραηλινός συγγραφέας Αμος Οζ πρόκειται «για την παλιά διαμάχη μεταξύ φανατισμού και πραγματισμού, μεταξύ φανατισμού και πλουραλισμού, μεταξύ φανατισμού και ανεκτικότητας. Αν πιστεύω ότι κάτι είναι κακό, θα το εξοντώσω μαζί με ό,τι το περιβάλλει». Ο φανατισμός προϋπάρχει του Ισλάμ, του χριστιανισμού, του ιουδαϊσμού, των κυβερνήσεων, των κρατών, προϋπάρχει οποιασδήποτε ιδεολογίας ή θρησκείας στον κόσμο. Ο φανατισμός, όπως και το κακό, είναι αυτό που αποτελεί σε όλους μας το πιο οικείο και το πιο ανοίκειο κομμάτι του εαυτού μας.

Ο φανατικός απεχθάνεται τη ματιά στον εσωτερικό του κόσμο, απεχθάνεται τη σκέψη, την κριτική, τον αναστοχασμό, την αλλαγή. Μισεί την αβεβαιότητα της αλλαγής με την εξαίρεση ότι θέλει να αλλάξει εμάς.

Υπάρχει σημαντική επιστημονική τεκμηρίωση ανάμεσα στη σχέση ταπείνωσης, ντροπής, περιθωριοποίησης, φανατισμού και κοινωνικού αποκλεισμού και βίας. Η φονταμενταλιστική ισλαμική ιδεολογία βρίσκει γόνιμο έδαφος για προσηλυτισμό σε προσωπικότητες που είναι ευάλωτες και δυσλειτουργικές, όπως οι νέοι άνδρες και γυναίκες που πάσχουν από οριακή ή αντικοινωνική διαταραχή προσωπικότητας. Το χαμηλό μορφωτικό επίπεδο, η φτώχεια, οι κοινωνικές ανισότητες, η ταπείνωση ή το βίωμα της κατωτερότητας απέναντι στην κουλτούρα της δυτικής μεγαλούπολης δεν υποδηλώνει ότι υπάρχει μια γραμμική-αιτιώδης σχέση με τον φανατισμό. Τα πράγματα είναι ιδιαίτερα πολύπλοκα. Ωστόσο η συνάντηση της ατομικής και ομαδικής ψυχοπαθολογίας, όπως άτομα με εύθραυστη ταυτότητα και ασταθή εικόνα εαυτού, με «ειδικές»κοινωνικές συνθήκες αποτελεί ένα ιδανικό υπόβαθρο για προσηλυτισμό.

Τέτοιες προσωπικότητες υιοθετούν σύντομα και αβίαστα μια πρωτόγονη εξιδανίκευση και ταύτιση με τον θεϊκό πατέρα, βιώνουν την ευφορία της θυσίας σαν μια υπερβατική μυστικιστική εμπειρία. Ετσι επιτελείται ένας βίαιος μετασχηματισμός του μίσους ενάντια στον εαυτό και του φθόνου απέναντι στη διαφορετικότητα, ως ταύτιση και αγάπη προς το θείο. Το «δυτικό ξένο» μας μολύνει, μας απειλεί, έλεγε ένας νέος τζιχαντιστής σε έναν παλαιστίνιο ψυχίατρο. Ενας εκπαιδευτής τρομοκρατών αφηγείτο μιλώντας για την ταπείνωση ως κίνητρο εκδίκησης στους νέους εκπαιδευόμενους: «Πολλή από τη δουλειά έχει ήδη γίνει, λόγω όλων αυτών που υποφέρει ο κόσμος. Μόνο 10% γίνεται από εμένα. Η οδύνη και η εξορία δίνουν στο άτομο 90% από αυτά που χρειάζεται για να γίνει ένας μάρτυρας».
Καταλαβαίνουμε ίσως καλύτερα γιατί η ταύτιση με το θείο μάς προστατεύει από το βίωμα της απώλειας και του πένθους. Συνεπώς, το ολίσθημα σε μια παρανοϊκή θέση του ψυχισμού γίνεται ευκολότερο. Το πρόσταγμα της προκρούστειας φαντασίωσης του φανατικού είναι «Εάν δεν ενταχθείς στην εικόνα του εαυτού μου, θέση και αξία που σου ορίζω εγώ ο θύτης, σε εξαφανίζω». Το βασικό κίνητρο παραμένει η ένωση με τον Θεό, με το ιδεώδες του αιωνίου παραδείσου, με το υπερβατικό και όχι μόνο ο φθόνος, η οργή και η εκδίκηση.

Στην ουσία περιγράφουμε ένα κοινωνικό και πολιτισμικό πλαίσιο στις μεταμοντέρνες δυτικές κοινωνίες όπου ο κοινωνικός δεσμός, η νοηματοδότηση, η πολύπλοκη έννοια της υποκειμενοποίησης είναι δομικά ελλειμματικές. Το χάος που προέρχεται από τις εύθραυστες ταυτότητες των ατόμων, την αδυναμία να συμβολοποιούν την απουσία, να βιώνουν ήρεμα το έλλειμμα, δείχνει ότι τα αίτια είναι βαθύτατα.

Τι να κάνουμε λοιπόν; Υπάρχει επείγουσα ανάγκη, πέρα από συμψηφισμούς και στρατιωτικές επεμβάσεις, να ξανασκεφτούμε τις δυνατότητες αλλαγής του πλαισίου μέσα στο οποίο ζει ο «αόρατος εσωτερικός εχθρός». Με την ενδυνάμωση του διαλόγου σε δυτικό πολιτισμικό πλαίσιο με τους μετριοπαθείς Μουσουλμάνους και την ενίσχυση του λόγου των εκκοσμικευμένων θρησκευτικών ηγετών και διανοητών τους.

Ο βασικός στόχος είναι ο περιορισμός των νέων στρατολογήσεων φανατικών. Αυτό δεν σημαίνει ότι δεν πρέπει να μην ενισχυθεί η συνεργασία των πολυεθνικών δυνάμεων για τον έλεγχο της πληροφορίας. Μοιάζει αδιανόητο ότι ο πόλεμος ενάντια στο φρικαλέο ΙSIS να διεξάγεται από τους δυτικούς συμμάχους χωρίς τη συμμετοχή των υπόλοιπων ισλαμικών κρατών, που είτε μένουν αμέτοχα είτε επιδεικνύουν μια ύποπτη ανοχή στη δράση του. Είναι επείγον να ξανασκεφτούμε την εκ βάθρων οικοδόμηση του ευρωπαϊκού χώρου με νέους κοινωνικούς, οικονομικούς και πολιτισμικούς όρους, πέρα από τον φόβο, τον πανικό, την οργή και την απόσυρση που δημιουργεί η ισλαμική τρομοκρατία. Αυτή η Ευρώπη ή θα αλλάξει ή θα αυτοκαταστραφεί σαν ενιαίος χώρος παρασύροντας στο χαοτικό τέλμα της και τον μεταναστευτικό και προσφυγικό φονταμενταλισμό. Η ήττα της συλλογικής νοηματοδότησης αυτού που συμβαίνει είναι ίσως το μεγαλύτερο πλήγμα για το μέλλον μας.
 
Ο κ. Στέλιος Στυλιανίδης είναι καθηγητής Κοινωνικής Ψυχιατρικής στο Πάντειο Πανεπιστήμιο Αθηνών,
ψυχίατρος-ψυχαναλυτής.
 
 
ΠΗΓΗ: tovima.gr

 Την ανάγκη για άμεση συγκρότηση σχεδίου δράσης με διεθνή συμμετοχή για την αντιμετώπιση της ανθρωπιστικής κρίσης στην ψυχική υγεία υπογραμμίζει ο ψυχολόγος Παναγιώτης Χονδρός, πρόεδρος της ΕΠΑΨΥ, που προετοιμάζει μια πρωτοβουλία έντονου κοινωνικού ενδιαφέροντος.

Στην Αγγελική Σπανού

 

 

 

Δύσκολοι καιροί για ψυχικά πάσχοντες;

Η ψυχική διαταραχή είναι πάντα δύσκολη για κάθε άτομο που ασθενεί και τους συγγενείς του, γιατί εκτός από τα συμπτώματα της ασθένειας έχει να αντιμετωπίσει την κοινωνική προκατάληψη, που τον θέλει εξ ορισμού επικίνδυνο, ανίκανο ή άβουλο, την έλλειψη κατάλληλων και προσβάσιμων υπηρεσιών και το γεγονός ότι ιστορικά η φωνή των ψυχικά πασχόντων, η δυνατότητά τους, δηλαδή, να διαμαρτυρηθούν και να διεκδικήσουν, ήταν ιδιαίτερα αδύναμη.

 

Πού βρίσκεται σήμερα η ψυχιατρική μεταρρύθμιση;

Τα τελευταία 30 χρόνια έχουν γίνει πολλά πράγματα στη χώρα μας και αρκετά από αυτά είναι σημαντικά. Όμως συνεχίζουν να υπάρχουν σημαντικά προβλήματα και κάποιες περιοχές να είναι εντελώς ακάλυπτες από υπηρεσίες. Από την αρχή της οικονομικής κρίσης έχει υπάρξει, σύμφωνα και με στοιχεία του ΟΟΣΑ, μια περικοπή χρηματοδότησης της τάξης του 55% στην ψυχική υγεία. Έτσι, αντί να ενισχύονται οι δομές ψυχικής υγείας σε περίοδο κοινωνικής κρίσης, αποδυναμώνονται. Είναι χαρακτηριστικό ότι λόγω λήξης σχετικής χρηματοδότησης του ΕΣΠΑ το τέλος του 2015, 215 κοινοτικές δομές ψυχικής υγείας θα βρεθούν σε ένα κενό χρηματοδότησης 35 εκατ. ευρώ το 2016. Το υπουργείο αναγνωρίζει το πρόβλημα, αλλά, καθώς τα περιθώρια αντίδρασής του είναι πολύ στενά, αντιμετωπίζουμε ξανά, μετά το 2013, το φόβο κλεισίματος υπηρεσιών ψυχικής υγείας. Επίσης τεράστιο πρόβλημα αποτελεί η αδυναμία νέων προσλήψεων, που, όπως σε όλη την υγεία, δημιουργεί αδιέξοδα σε πολλές υπηρεσίες.

 

Μετριέται η επιδείνωση σε θέματα ψυχικής υγείας στη διάρκεια της κρίσης;

Παγκοσμίως θεωρείται πλέον «αδιάσειστο» γεγονός η συσχέτιση μεταξύ κοινωνικών και οικονομικών παραγόντων, όπως η ανεργία ή το επισφαλές εργασιακό περιβάλλον, το να χάνει κάποιος την κοινωνική του θέση, η έλλειψη προστασίας των ανηλίκων κ.λπ., και των προβλημάτων υγείας. Πολύ απλά, όσο δυσκολεύουν οι κοινωνικο-οικονομικές συνθήκες, τόσο αυξάνεται η πιθανότητα κάποιος να ασθενήσει ή να έχει πιο αρνητική εξέλιξη το πρόβλημα που αντιμετωπίζει. Αυτό έχει αρχίσει να καταγράφεται και στη χώρα μας. Έχει καταγραφεί ένας τριπλασιασμός στα συμπτώματα κατάθλιψης την περίοδο 2008-2011. Η χώρα μας, που διαχρονικά παρουσιάζει τα μικρότερα ποσοστά αυτοκτονιών στην Ευρώπη, παρουσίασε τον μεγαλύτερο ρυθμό αύξησης του αριθμού αυτοκτονιών (36%) την περίοδο 2007-2011. Υπάρχουν μελέτες που δείχνουν ότι οι Έλληνες αλλάζουν ή εγκαταλείπουν τη θεραπεία τους για λόγους οικονομικούς ή δυσκολίας πρόσβασης στις υπηρεσίες. Σε αυτά τα δεδομένα το πιο σημαντικό είναι αυτό που αναφέρει η πρόσφατη πανελλήνια επιδημιολογική έρευνα του Πανεπιστημίου Ιωαννίνων για το υπουργείο Υγείας, ότι μόλις 32% των ατόμων που έχουν κάποιο πρόβλημα βλέπουν κάποιον ειδικό. Δηλαδή επτά στους δέκα δεν έχουν φροντίδα για το πρόβλημα ψυχικής υγείας που αντιμετωπίζουν. Σκεφτείτε τι θα σήμαινε αν για οποιαδήποτε άλλη σοβαρή ασθένεια, π.χ. ορθοπεδικό ή καρδιολογικό πρόβλημα, δεν βλέπαμε κάποιον γιατρό.

 

Με αύξηση των ασθενειών και μείωση των οικονομικών δυνατοτήτων, τι μπορεί να γίνει;

Βλέπουμε έναν φαύλο κύκλο φτώχειας και ψυχικής ασθένειας: η φτώχεια θα προκαλεί εμφάνιση προβλημάτων ψυχικής υγείας και αυτά με τη σειρά τους αποκλεισμό και αναπηροποίηση, που θα εντείνουν τη φτώχεια. Για να σπάσει ο κύκλος αυτός πρέπει να οργανώσουμε σε τοπικό και περιφερειακό επίπεδο συντονισμένες και ολοκληρωμένες δράσεις που να εμπλέκουν όλους τους ειδικούς (υπηρεσίες υγείας, ψυχικής υγείας, κοινωνικές υπηρεσίες, εκπαιδευτικούς κ.ά.), αλλά και ευρύτερους φορείς (θεσμικούς φορείς, όπως ο Συνήγορος του Πολίτη, δίκτυα αλληλεγγύης, τους ίδιους τους ωφελούμενους, την τοπική αυτοδιοίκηση, την Εκκλησία), ώστε να αντιμετωπιστούν τα σύνθετα προβλήματα κοινωνικής οδύνης.

 

Υπάρχει τρόπος να βοηθηθούν όλοι όσοι έχουν ανάγκη, ακόμη και αν βρίσκονται σε οικονομική αδυναμία;

Ο Παγκόσμιος Οργανισμός Υγείας έχει παρουσιάσει εδώ και χρόνια μοντέλα λειτουργίας των υπηρεσιών με λίγους ή περιορισμένους πόρους. Ξέρουμε ότι η αποδοτική λειτουργία ενός δημόσιου συστήματος, δηλαδή η κάλυψη των αναγκών και η προστασία των δικαιωμάτων των ασθενών, δεν εξαρτάται μόνο από τους οικονομικούς πόρους. Έχουμε πολλά χρήσιμα μαθήματα να λάβουμε υπόψη από τις μεταρρυθμιστικές προσπάθειες που έχουν γίνει στην Ευρώπη. Η Πορτογαλία, για παράδειγμα, παρά τα οικονομικά προβλήματα κι εκεί, έχει κάνει σημαντικά βήματα στη μεταρρύθμιση των υπηρεσιών. Ένα βασικό βήμα είναι να αξιοποιούνται όσο το δυνατόν καλύτερα οι υφιστάμενοι πόροι, μέσω ιεράρχησης των προτεραιοτήτων, της επιστημονικής αξιολόγησης των παρεχόμενων υπηρεσιών και της σωστής λειτουργίας του συστήματος μέσω συντονισμού και εφαρμογής αυτού που στην ψυχιατρική λέμε τομεοποίηση. Την ύπαρξη, δηλαδή, ενός τομέα ευθύνης μέσα στον οποίο οι κοινοτικές και νοσοκομειακές υπηρεσίες συντονίζονται και καλύπτουν συγκεκριμένο πληθυσμό. Επίσης σημαντικό ρόλο παίζει η ουσιαστική συμμετοχή των ληπτών υπηρεσιών ψυχικής υγείας και των συγγενών τους στην οργάνωση, παροχή και αξιολόγηση των υπηρεσιών. Ένα παράδειγμα καλής πρακτικής είναι οι ομάδες αυτοβοήθειας. Μέσα από τα επιστημονικά και κοινωνικά φόρουμ έχουμε αναδείξει την ανάγκη για άμεση συγκρότηση σχεδίου δράσης με διεθνή συμμετοχή για την αντιμετώπιση της ανθρωπιστικής κρίσης στην ψυχική υγεία ως στοιχείου της ευρύτερης κοινωνικής πολιτικής στη χώρα.

 

Λειτουργεί το μοντέλο των ομάδων αυτοβοήθειας;

Η έννοια της αυτοβοήθειας είναι αναγνωρισμένη διεθνώς και θεωρείται μέρος του δημόσιου συστήματος ψυχικής υγείας, γιατί θεωρείται ότι συμπληρώνει τις υπηρεσίες που παρέχονται από επαγγελματίες, αλλά και ότι βοηθάει τους ίδιους τους ασθενείς να αναπτύξουν κοινωνικά δίκτυα και να ενδυναμώσουν τις δράσεις τους. Πλέον, με το πρόγραμμα «Πολίτες ενάντια στην κατάθλιψη» που υλοποιούμε σε συνεργασία με την Ελληνική Εταιρεία Διαταραχών Διάθεσης ΜΑΖΙ και το Ψυχιατρικό Κέντρο Salten της Νορβηγίας, βλέπουμε ότι μπορεί, με κατάλληλη εκπαίδευση και σε συνεργασία με τους επαγγελματίες, να λειτουργήσει και στην Ελλάδα. Σχεδιάζουμε τη συνέχιση και την επέκταση αυτού του προγράμματος. Έχουμε ήδη συμφωνήσει με τη European Alliance Against Depression και αναζητούμε την απαραίτητη χρηματοδότηση για τη μεταφορά και στα ελληνικά ενός διαδικτυακού εργαλείου αυτοβοήθειας –με την υποστήριξη πάντα και ειδικών– που χρησιμοποιείται σε 13 γλώσσες και έχει αξιολογηθεί θετικά. Επίσης, θα οργανώσουμε ειδική εκπαίδευση για την έγκαιρη παρέμβαση σε θέματα αυτοκτονικότητας.

 

Τι ανταπόκριση έχει η ιστοσελίδα «Πολίτες ενάντια στην κατάθλιψη»;

Στην ιστοσελίδα αυτή συγκεντρώνουμε ενημερωτικό και εκπαιδευτικό υλικό σχετικά με τις ομάδες αυτοβοήθειας για την κατάθλιψη. Παράλληλα, όμως, θέλουμε να γίνει και ένας διαδικτυακός τόπος επικοινωνίας ατόμων με κοινές εμπειρίες και προβλήματα ψυχικής υγείας μέσω του φόρουμ, των κοινωνικών δικτύων και των προσωπικών αφηγήσεων που συλλέγονται. Βλέπουμε ότι ο αριθμός αυτών που επισκέπτονται την ιστοσελίδα και τα κοινωνικά δίκτυα συνεχώς αυξάνεται και δεχόμαστε πολλά μηνύματα. Αυτό δείχνει αφενός ότι υπάρχει ανάγκη στον κόσμο, αλλά και ότι με την κατάλληλη υποκίνηση υπάρχει θέληση για αλλαγή και επένδυση στην ελπίδα.

 

Ποιο είναι το επόμενο σχέδιο της ΕΠΑΨΥ;

Θέλουμε να συνεχίσουμε και να ενισχύσουμε δράσεις μας που έχουν θεωρηθεί καλές πρακτικές, όπως οι κινητές μονάδες και το κέντρο ημέρας με τη μονάδα κατ’ οίκον παρέμβασης. Ήδη με επιστημονικούς φορείς από την Ελλάδα και το εξωτερικό διαμορφώνουμε μια πρόταση για τη σχεδίαση και πιλοτική εφαρμογή ενός νέου ολοκληρωμένου συστήματος διαχείρισης των ψυχιατρικών περιστατικών σε κρίση που χρήζουν νοσηλείας σε όλες φάσεις (διαχείριση περιστατικού στην κοινότητα, διαδικασία ψυχιατρικής διάγνωσης, μεταφορά για νοσηλεία, νοσηλεία, μετανοσοκομειακή φροντίδα κ.λπ.). Το νέο αυτό σύστημα θα αφορά την ενίσχυση του συντονισμού και της δικτύωσης των υπηρεσιών του τομέα στον οποίο δραστηριοποιούμαστε (στη βόρεια Αττική), καθώς και την εκπαίδευση των εμπλεκόμενων επαγγελματιών (επαγγελματιών υγείας, αστυνομικών, δικαστικών λειτουργών κ.λπ.) σε τρόπους ορθής διαχείρισης ψυχιατρικών περιστατικών σε κρίση που χρήζουν νοσηλείας. Θέλουμε, δηλαδή, να δείξουμε ότι σε τοπικό και περιφερειακό επίπεδο με την κατάλληλη εκπαίδευση και συντονισμό μπορούν οι κοινοτικές υπηρεσίες να αποτρέψουν την ανάγκη για συνεχείς ή μακρές νοσηλείες.

 

[Free Sunday, τεύχος 343] 

ΠΗΓΗ: Free-Sunday.gr

 Όπως έχουμε επανειλημμένα τονίσει από αυτό το site «Πολίτες ενάντια στην κατάθλιψη», η αντιμετώπιση της κατάθλιψης στηρίζεται σε ένα πλέγμα παρεμβάσεων (ψυχοθεραπεία, ομάδες αυτοβοήθειας, εκμάθηση διαχείρισης των συμπτωμάτων από το ίδιο το άτομο, διατροφή, άσκηση, αλλαγή τρόπου ζωής και φάρμακα).

 

 

 Μέσα σε αυτό το πολύπλοκο menu, τα αντικαταθλιπτικά φάρμακα έχουν μια ιδιαίτερη θέση, στο βαθμό που στο ευρύ κοινό δημιουργείται συχνά μία σύγχυση για τη δράση τους, τις ενδείξεις και τις παρενέργειές τους. Για μερικούς τα αντικαταθλιπτικά είναι τα χάπια της ευτυχίας (π.χ. η ευρύτατη χρήση του Prozac στις Η.Π.Α.) ή μόδα, χωρίς να υπάρχει πραγματική ιατρική ένδειξη για συνταγογράφησή τους.

 Σύμφωνα με επίσημα στοιχεία του Ε.Ο.Φ. οι Έλληνες καταφεύγουν με αυξητικές τάσεις κάθε χρόνο στη χρήση ψυχοφαρμάκων (στα λεγόμενα αντικαταθλιπτικά και αγχολυτικά) προκειμένου να αντιμετωπίσουν, συχνά χωρίς συμβουλή ή επίσκεψη σε ειδικό, τις διάφορες ψυχοσωματικές διαταραχές που έχουν ή νομίζουν ότι έχουν.

 Εξ άλλου οι κοινές ψυχικές διαταραχές επικρατούν στο 15-20% του γενικού πληθυσμού και δυστυχώς μόνο το ¼ αυτού του πληθυσμού λαμβάνει (και όχι πάντα) μία θεραπεία και αντιμετώπιση με ορθολογική χρήση των φαρμάκων.

 Συνήθως η ελαφρά και μέτριας μορφής κατάθλιψη δεν χρειάζεται αντικαταθλιπτικά. Ωστόσο, η απόφαση της χορήγησης αντικαταθλιπτικών θα πρέπει να λαμβάνεταιαπο τον ψυχίατρο, σε συνεργασία με τον ασθενή και την οικογένειά του, αν κριθεί απαραίτητο, προκειμένου να υπάρχει συστηματική λήψη της αγωγής. Προϋποθέσεις για αυτή την απόφαση είναι ο προσδιορισμός της φύσης και σοβαρότητας της κατάθλιψης συμπεριλαμβανομένης και της αυτοκτονικότητας, οι πεποιθήσεις και προκαταλήψεις του ασθενούς και της οικογένειάς του για τα φάρμακα, καθώς και η ενεργητική συμμετοχή του πάσχοντος στη θεραπεία.

 

1.Ποιος χρειάζεται αντικαταθλιπτικά;

Για την απόφαση της χορήγησης λαμβάνονται υπόψη πολλοί παράγοντες όπως:

  • η δυσκολία του ατόμου στην εργασία
  • στις κοινωνικές του υποχρεώσεις
  • στη λειτουργικότητα
  • αν έχει άλλα προβλήματα υγείας
  • αν υπάρχει έντονη αϋπνία
  • ή απώλεια της όρεξης
  • ή ιδέες αυτοκαταστροφής

Συχνά χρειάζεται μια στάση αναμονής και καλής αξιολόγησης από τον ειδικό, ή ορθή διάγνωση, με μακροπρόθεσμο στόχο με αντιμετώπιση όχι μόνο της δύσκολης παρούσας κατάστασης, αλλά και των πιθανών αποτροπών της.

 

2.Πώς δρουν τα αντικαταθλιπτικά;

Τα αντικαταθλιπτικά διακρίνονται στις ακόλουθες κατηγορίες:

  1. Τρικυκλικά
  2. Αναστολείς της μονοαμινοξειδάσης (ΙΜΑΟ)
  3. Εκλεκτικοί αναστολείς επαναπρόσληψης της σεροτονίνης (SSRI’S)
  4. Αναστολείς επαναπρόσληψης της σεροτονίνης (SARI)
  5. Aναστολείς της επαναπρόσληψης της νορεπινεφρίνης και της ντοπαμίνης (NDRI)

 Μελέτες έχουν δείξει ότι τα επίπεδα κάποιων σημαντικών νευρομεταβιβαστών (σεροτονίνη, ντοπαμίνη,νοραδρεναλίνη) είναι χαμηλά στις συνάψεις και αυτό οδηγεί σε λανθασμένη εγκεφαλική επικοινωνία και μεταφορά μηνυμάτων. Τα αντικαταθλιπτικά επηρεάζουν την ποσότητα των νευροδιαβιβαστών στο χώρο ανάμεσα στα κύτταρα την ισορροπία στις συνάψεις στο κεντρικό νευρικό σύστημα. Από τις αναφερθείσες  κατηγορίες των αντικαταθλιπτικών χρησιμοποιούνται ευρέως στη σύγχρονη ψυχιατρική οι 3 τελευταίες, ιδιαίτερα δε η 3η.

 

3.Πόσο καιρό πρέπει να τα παίρνω ώστε να υπάρχει βελτίωση;

 Η φαρμακευτική αγωγή χορηγείται συνήθως για 6 μήνες. Χρειάζεται να έχουμε υπομονή, αφού τα αντικαταθλιπτικά για να δράσουν απαιτούν 3-4 εβδομάδες. Αν διακοπεί η θεραπεία, υπάρχει κίνδυνος υποτροπής. Δε χρειάζεται να σκεφτόμαστε ότι θα παίρνουμε αντικαταθλιπτικά μια ζωή. Αρκεί να εκπαιδευτούμε να παρατηρούμε τις διακυμάνσεις και τα προειδοποιητικά σημεία στον εαυτό μας, ώστε να τα αναφέρουμε στον γιατρό που μας παρακολουθεί.

 

4.Αν ξεχάσω μια δόση;

Πολύ απλά, συνεχίζουμε κανονικά την επόμενη μέρα.

 

5.Πότε μπορώ να τα σταματήσω;

Τα αντικαταθλιπτικά, μαζί με τις άλλες ψυχοθεραπευτικές και ψυχοκοινωνικές παρεμβάσεις, ρυθμίζουν θετικά την πορεία της κατάθλιψης.

Είναι σοβαρό λάθος ο ασθενής να αποφασίζει μόνος του για την πρόωρη διακοπή τους. Η απόφαση θα πρέπει να λαμβάνεται σε συνεργασία με τον ψυχίατρο σε ένα κλίμα βασικής εμπιστοσύνης στα πλαίσια της θεραπευτικής συμμαχίας.

Τα αντικαταθλιπτικά δεν προκαλούν εξάρτηση.

 

6.Τί παρενέργειες έχουν συνήθως;

 Εξαρτάται από την συγκεκριμένη κατηγορία. Ωστόσο, οι συνήθεις παρενέργειες είναι οι ήπιες γαστρεντερικές διαταραχές (ναυτία, διάρροια), αϋπνία, σεξουαλική δυσλειτουργία, μικρή αύξηση βάρους, ελαφρά κόπωση και σπάνια ήπια υπέρταση. Αυτές οι παρενέργειες, όταν εμφανισθούν, δε διαρκούν περισσότερο από 4-5 μέρες. Έχει σημασία να μην διαβάζει ο ασθενής, χωρίς γνώσεις και εμπειρία, το σύνολο των που αναγκαστικά αναγράφονται στα ιατρικά φυλλάδια, γιατί επηρεάζεται αρνητικά και κινδυνεύει να στερήσει τον εαυτό του από μια χρήσιμη θεραπεία.

 

7.Υπάρχουν αντενδείξεις για να παίρνω άλλα φάρμακα μαζί με τα αντικαταθλιπτικά;

Σε γενικές γραμμές είναι συμβατά με άλλες θεραπείες όπως αντιβιοτικά, αντιφλεγμονώδη κτλ. Είναι σπάνιες οι αντενδείξεις.

 

8.Τα αντικαταθλιπτικά τι διαφορά έχουν με τα αγχολυτικά;                 

 Τα αγχολυτικά ηρεμιστικά συστήνονται και είναι ασφαλή για την αντιμετώπιση κυρίως του άγχους, σε οξεία ή χρόνια μορφή του. Προκαλούν ήπιο εθισμό όταν κάποιος τα παίρνει ανεξέλεγκτα, γι’αυτό και πρέπει να συνταγογραφούνται από ειδικό.

 

9.Παχαίνουν τα αντικαταθλιπτικά;

 Τα περισσότερα και τα νεότερης γενιάς όχι, αντίθετα προκαλούν στην αρχή κάποιας μορφής ανορεξία. Στα παλαιότερης γενιάς αντικαταθλιπτικά συνέβαινε αυτό, αλλά πλέον δεν χρησιμοποιούνται. Προσοχή όμως, δεν πρέπει να παίρνουμε «χάπια της ευτυχίας» σαν «μόδα για να αδυνατίσουμε»!

 

Μη διστάζετε να ρωτάτε το γιατρό σας για όλα τα παραπάνω, π.χ.       

  • Πως λειτουργεί η θεραπεία στον εγκέφαλό μου;
  • Πότε θα αισθανθώ βελτίωση;
  • Ποιους κινδύνους και τι παρενέργειες διατρέχω;
  • Μπορώ να κάνω κάτι για να κάνω την θεραπεία πιο αποτελεσματική;
  • Είναι αυτή που παίρνω η συνηθισμένη θεραπεία για αυτή την διαταραχή;
  • Υπάρχουν άλλες λύσεις εκτός από τη θεραπεία αυτή;
  • Πώς μπορώ να έρθω σε επαφή μαζί σας σε περίπτωση επείγουσας ανάγκης; 

 

H κατάθλιψη είναι μια πολυπαραγοντική διαταραχή της ψυχικής διάθεσης και χρειάζεται έναν συνδυασμό φαρμακευτικής, ψυχοθεραπευτικής αντιμετώπισης , μαζί με αλλαγές στον τρόπο ζωής του ατόμου.

 

*O κ. Στέλιος Στυλιανίδης είναι ψυχίατρος, ψυχαναλυτής και καθηγητής κοινωνικής ψυχιατρικής στο Πάντειο Πανεπιστήμιο.

 

ΠΗΓΗ: Citizensagainstdepression.gr

O κ. Στυλιανίδης μίλησε στον αέρα του του 9,58 για την εξέλιξη της Ψυχιατρική Μεταρρύθμιση από την εποχή "των παχιών αγελάδων" στην εποχή της κρίσης και την σύνδεση της κατανόησης της ψυχικής ασθένειας με την φροντίδα της ψυχικής ασθένειας. Στη συνέχεια, λόγος έγινε για την σχέση του Φασισμού με την Ψυχιατρική αλλά και την ανετοιμότητα υποδοχής του κύματος προσφύγων σε επίπεδο ψυχιατρικών δομών. Ο Δρ. Στέλιος Στυλιανίδης είναι Ψυχίατρος-Ψυχαναλυτής, Καθηγητής Κοινωνικής Ψυχιατρικής Πάντειο Πανεπιστήμιο.

 

Για να ακούσετε την εκπομπή πατήστε την παρακάτω εικόνα:

Βρίσκεστε εδώ: Home Απόψεις

Δείτε μας στο YouTube

Ακολουθήστε μας στο Twitter

 

Βρείτε μας στο Facebook