Απόψεις

Με αφορμή τη συζήτηση των τελευταίων ημερών για την κατάργηση των ψυχιατρείων (βλ. το δημοσίευμα της Ντάνι Βέργου στην «Εφημερίδα των Συντακτών» της 09/08/2013 και τις τοποθετήσεις των Β. Μαυρέα και Μ. Θεωδορουλάκη στο tvxs.gr) θέλουμε να συζητήσουμε για πως πρέπει να περάσουμε από την στείρα δογματική ρητορική στην ρεαλιστική αντιμετώπιση της πολυπλοκότητας στο πεδίο αυτό. Τα ψυχιατρεία πρέπει να κλείσουν για επιστημονικούς, θεραπευτικούς, κοινωνικούς, οικονομικούς και πολιτιστικούς λόγους. Το θέμα είναι το πότε, πώς και με ποια προοπτική για θεσμική βελτίωση. Λαμβάνοντας ως αφετηρία την παρουσίαση του Καθ. Μαυρέα, Προέδρου της Ομάδας Αναθεώρησης του Ψυχαργώς σχετικά με τη μεθοδολογία που πρέπει να ακολουθηθεί και τις τοποθετήσεις του Μ. Θεωδορουλάκη, θέλουμε να επεκτείνουμε τον προβληματισμό.

 

Φωτογραφία: Αλέξανδρος Κατσής/FosPhotos 

Μιλάμε για μια νέα ψυχιατρική φροντίδα που να ενισχύει την ανοχή στην διαφορετικότητα και την κοινωνική ενσωμάτωση με την ανάπτυξη δικτύων ψυχικής υγείας και άλλων κοινωνικών δικτύων. Για μία ψυχιατρική φροντίδα του υποκειμένου, για το υποκείμενο, με το υποκείμενο. Σε ρήξη τόσο με την ασυλική κουλτούρα, όσο και με το βιοϊατρικό μοντέλο που ταξινομεί συμπτώματα, προτείνει κυρίως βιολογικές θεραπείες, υποβαθμίζοντας τη συναισθηματική ψυχική επικοινωνία, τη νοηματοδότηση της οδύνης, αλλά και τη δυνατότητα ενσυναίσθησης των νέων επαγγελματιών ψυχικής υγείας.

Οι περισσότερες χώρες τις Ευρώπης ακολουθούν σχέδια για την βελτίωση της φροντίδας ψυχικής υγείας με κύριο άξονα την μεταρρύθμιση των ψυχιατρικών υπηρεσιών, ώστε να αλλάξει ο ιδρυματικός τρόπος φροντίδας. Αρκετές μεταρρυθμιστικές εμπειρίες έχουν ιστορία που υπερβαίνει τα 30 έτη, όπως της Ιταλίας και της Αγγλίας και προσφέρουν σημαντικά παραδείγματα καλής πρακτικής. Καθώς περνούν οι δεκαετίες, η επιστημονική μεταρρυθμιστική επιδίωξη εξελίσσεται: βελτίωση των θεραπευτικών τεχνικών, ανάπτυξη των κοινοτικών δομών, κατάργηση των ασύλων, αλλαγή των στάσεων απέναντι στο στίγμα. Αντίστοιχα όμως έχουν καταγραφεί και σημαντικά εμπόδια και λάθη στις προσπάθειες αυτές. Στο Ηνωμένο Βασίλειο πέρυσι κατεγράφησαν αυξημένοι θάνατοι σε συνθήκες νοσηλείας που δεν οφείλονταν στο λόγο νοσηλείας και αποκαλύφθηκαν περιστατικά κακοποίησης που έθεσαν σε επερώτηση τις μεθόδους παρακολούθησης και αξιολόγησης του συστήματος. Στην παγκόσμια ψυχιατρική, σήμερα επικρατούν δύο σημαντικά ρεύματα: α) οι αναπτυξιακές πολιτικές για το σπάσιμο του φαύλου κύκλου φτώχιας και ψυχικής ασθένειας και β) η ενδυνάμωση των δράσεων των ληπτών υπηρεσιών ψυχικής υγείας και των συγγενών – φροντιστών τους, ώστε να συμμετέχουν σε κάθε επίπεδο της οργάνωσης και της παροχής της φροντίδας.   

Στην Ελλάδα της διαφθοράς και της κατάρρευσης κάθε θεσμού, η σχετική συζήτηση αποπροσανατολίζεται και υποβαθμίζεται συστηματικά. Τα προβλήματα (όπως και τα επιτεύγματα) έχουν καταγραφεί πλέον σε ικανοποιητικό βαθμό. Σε σχέση με τα εμπόδια αναφέρουμε πρώτα τη σύνδεση της παροχής φροντίδας και της οργάνωσης των υπηρεσιών με στενά ιδεολογικά και πολιτικά πλαίσια: κομματική και πελατειακή λογική, επικρατούσα κουλτούρα άτυπων δικτύων διαφθοράς και διαπλοκής και των δυο κομμάτων εξουσίας που προώθησαν λογικές ανορθολογικής διάθεσης πόρων χωρίς στόχευση. Ο λόγος που αναπτύχθηκε περιγράφεται σε τρείς άξονες:

Α) Αυτός που εκφράζει το αυστηρό δύσκαμπτο βιοϊατρικό μοντέλο κυρίως συντηρητικής ιδεολογίας,   

Β) ο δογματικός αριστερός λόγος περί χειραφέτησης, χωρίς ουσιώδη επιστημονικά επιχειρήματα που καταλήγει στον μηδενισμό και στην αριστερίστικη ανθρωποφαγία, π.χ. ή όλα ή τίποτα, όλες οι ΜΚΟ είναι φορείς ιδιωτικοποίησης, η Ευρωπαϊκή Ένωση δεν βοηθάει την μεταρρύθμιση αλλά μόνο την εμπέδωση νεοφιλελεύθερων πολιτικών κοκ

Γ) ένας άλλος μεταρρυθμιστικός λόγος, που είτε το θέλουμε είτε όχι, ταυτίστηκε με το σύνολο του ανολοκλήρωτου μεταρρυθμιστικού εγχειρήματος στη χώρα και συνδέθηκε με τις αρνητικές πτυχές (διαφθορά, ανομία) του μεταρρυθμιστικού πειράματος της περιόδου Σημίτη και της καταγγελίας της ως νεοφιλελεύθερης. Αυτά είχαν ως επακόλουθα μία σειρά αρνητικών επιδράσεων: ακύρωση στην πράξη της εξειδίκευσης και της συνεχούς εκπαίδευσης του αναγκαίου για τη μεταρρύθμιση ανθρώπινου δυναμικού, αντίσταση στη διάθεση επαρκών εθνικών πόρων (εκτός των χρηματοδοτήσεων από την Ε.Ε.), σχεδόν καθολική αντίσταση σε επιδημιολογικές μελέτες στο γενικό πληθυσμό και μελέτες λειτουργίας και προσαρμογής των υπηρεσιών στις μεταβαλλόμενες ανάγκες ψυχικής υγείας του πληθυσμού, μη θέσπιση κατευθυντήριων οδηγιών για την εύρυθμη λειτουργία των υπηρεσιών και συνεπώς τη συστηματική παρακολούθηση και αξιολόγησή τους, αντίσταση στην προαγωγή σε κοινοτικό επίπεδο μιας κουλτούρας συνέργειας, δικτύωσης και συμπληρωματικότητας μεταξύ των φορέων.

Η ηθική και δεοντολογική βάση της επιχειρούμενης αλλαγής παρέμεινε για χρόνια σαθρή, στο βαθμό που οι όποιες επίσημες ετήσιες αναφορές των ανεξάρτητων αρχών προστασίας των δικαιωμάτων των ψυχικά πασχόντων παρέμειναν ανενεργές στα γραφειοκρατικά γρανάζια του Υπουργείου Υγείας. Εμπόδιο στην κατ’ ουσίαν αλλαγή είναι επίσης η μη εφαρμογή της υφιστάμενης νομοθεσίας για την ψυχική υγεία (Ν. 2071/92, Ν. 2716/99) και η μη πραγμάτωση της αρχής της τομεοποίησης που μοιάζει να απασχολεί την Ελληνική Πολιτεία μόνο όταν της επιβάλλεται να διαχειρισθεί καταγγελίες διεθνών οργανισμών για παραβίαση ανθρωπίνων δικαιωμάτων [Η νομοθεσία ίσως η προοδευτικότερη νομοθετική παρέμβαση και στο γράμμα και στην κουλτούρα της μεταπολιτευτικής περιόδου – η έλλειψη της πολιτικής βούλησης η αδυναμία του μεταρρυθμιστικού κινήματος τον κατέστησαν έναν ακόμα ανεφάρμοστο νόμο]. Σκανδαλώδης τέλος είναι αύξηση των ψυχιατρικών νοσηλειών με εισαγγελική εντολή, που ξεπερνά το 53% του συνόλου των εισαγωγών σε ψυχιατρικά τμήματα ή νοσοκομεία.

Εξετάζοντας τα παραπάνω δεδομένα καταλαβαίνουμε ότι ζούμε την τραγωδία του αυτονόητου ανεστραμμένη: είναι άλλο πράγμα να επιβάλλονται, ακόμα και με σκληρό τρόπο, αναγκαίες μεταρρυθμίσεις για την ορθολογική λειτουργία της χώρας και των θεσμών της και εντελώς διαφορετικό πράγμα να επιβάλλεται η αποδόμηση του ήδη ευάλωτου κοινωνικού ιστού. Eν τούτοις, οφείλουμε να είμαστε προσεκτικοί σχετικά με μια προσδοκία αμιγώς τεχνοκρατικής επίλυσης των ιδιαίτερα πολύπλοκων προβλημάτων που αντιμετωπίζει η προσπάθεια αλλαγής της ψυχιατρικής περίθαλψης στη χώρα μας, αν δε σκεφτούμε σοβαρά το πλαίσιο των προϋποθέσεων για μια ευρύτερη αναδιάρθρωση που απαιτείται, προκειμένου να είναι εφικτή κάθε μεταρρυθμιστική απόπειρα.

Το βασικό ερώτημα που τίθεται είναι το εξής: Πώς μπορεί ένα σύγχρονο κράτος να ανταποκριθεί στις τεράστιες ανάγκες και στα νέα σύνθετα αιτήματα υγείας, ψυχικής υγείας και κοινωνικής φροντίδας από νέες, κοινωνικά αποκλεισμένες κοινωνικές ομάδες, όταν η πολιτική του καθορίζεται από ένα εχθρικό νεοφιλελεύθερο πλαίσιο επιθετικής και άνομης επιχειρηματικότητας; Πώς μπορεί να στηριχθεί η συνέχιση και ενδυνάμωση της καταρρέουσας ψυχιατρικής μεταρρύθμισης και η ολιστική αντιμετώπιση των αναγκών των ατόμων με σοβαρές ψυχικές διαταραχές; Ιδίως όταν δεν ενισχύονται πολιτικά και οικονομικά καινοτόμες εμπειρίες κοινωνικής επιχειρηματικότητας, πιλοτικές καλές πρακτικές με θετικό πρόσημο κόστους/αποτελεσματικότητας σε σχέση με την κοινωνική επανένταξη ευπαθών ομάδων πληθυσμού; Πώς μπορεί να κινητοποιηθεί ένα  νέο πολύτιμο κοινωνικό και πολιτιστικό κεφάλαιο της χώρας μέσα από ένα διογκούμενο κενό καταναλωτισμό, κυριαρχίας του κέρδους μέσα από άκρατο ανταγωνισμό, εγωισμό, ατομικισμό, ανομία, αλλοτρίωση συνειδήσεων για διασφάλιση μιας ρευστής και ανασφαλούς θέσης εργασίας, μπροστά στον παραλυτικό φόβο μιας απειλητικής μακροχρόνιας ανεργίας;

Τα απαιτούμενα βήματα έχουν μελετηθεί και αξιολογηθεί πρακτικώς σε διάφορα συστήματα υγείας με διαφορετικούς διαθέσιμους πόρους και κοινωνικές συνθήκες. Αναφέρουμε ορισμένα απ’ αυτά ως άμεσες προτεραιότητες:

  • Σταδιακή μεταφορά των πόρων (υλικών, ανθρώπινων) από την ιδρυματική περίθαλψη στη κοινότητα προϋποθέτει να αντικατασταθούν πλήρως οι ιδρυματικές δομές μ’ ένα πλήρες εναλλακτικό δίκτυο κοινοτικών υπηρεσιών ψυχικής υγείας. Η διαιώνιση του σημερινού παράλληλου ιδρυματικού και κοινοτικού συστήματος ταυτόχρονα και για διάστημα δύο δεκαετιών, δεν είναι μόνο οικονομικά καταστροφική για τον εθνικό προϋπολογισμό, αλλά δημιουργεί συγχυτικά και αντιφατικά μηνύματα για το σύνολο της μεταρρυθμιστικής προσπάθειας.
  • Η χρηματοδότηση νέων υπηρεσιών καθώς και η υποστήριξη των υφισταμένων πρέπει να συνδέεται με την επίτευξη των στόχων κάθε υπηρεσίας κατόπιν αξιολόγησης της. Ο σχεδιασμός αποτελεσματικών υπηρεσιών μέσα σ’ ένα πλαίσιο κρίσης που απαιτεί συνεχώς περικοπές είναι εφικτός, αρκεί να συνοδευτεί με ριζοσπαστικές και καινοτόμες πρακτικές
  • Θεσμική και ουσιαστική συμμετοχή συλλόγων, οικογενειών και χρηστών ψυχικής υγείας στο σχεδιασμό τη λειτουργία και την αξιολόγηση των υπηρεσιών ψυχικής υγείας. Υποστήριξη οργανωμένων δράσεων ενδυνάμωσης αυτών των συλλόγων.

Μετά από 30 χρόνια μεταρρυθμιστικών ενεργειών είναι ντροπή να αναλωνόμαστε σε ψευδοσυζητήσεις και αναστοχασμούς για το αν θα ενισχυθεί ή όχι το άσυλο, αν θα κακοποιούνται ή όχι άνθρωποι σε πλαίσια φροντίδας, αν ελέγχονται ή όχι οι ΜΚΟ της ψυχικής υγείας. Από το 2006 οι πρωτοπόροι στο χώρο τους Saraceno, Patel και Kleinman έγραφαν εύστοχα: «Η διεύρυνση του χώρου της άσκησης της ψυχιατρικής, με παρεμβάσεις προληπτικού τύπου σε ευπαθείς ομάδες πληθυσμού, σ’ έναν ρευστό και εκτεταμένο χώρο της προαγωγής της ψυχικής υγείας αποτελεί μια ιστορική συνισταμένη της εποχής μας, αλλά και ένα κομβικό ηθικό πρόβλημα για τον τρόπο άσκησης της ψυχιατρικής σε ένα παγκοσμιοποιημένο περιβάλλον». Στην εποχή της κρίσης πια πρέπει να προσθέσουμε ότι μιλάμε για παρεμβάσεις ενάντια του κοινωνικού αποκλεισμού που βρίσκεται στη ρίζα της διαφορετικότητας, της κουλτούρας της βίας της κοινωνικής ανισότητας, του στιγματισμού της ψυχικής αρρώστιας, του ρατσισμού.

Η αλλαγή της ψυχοπαθολογίας του αυτοστιγματισμού των ασθενών της ψυχικής λειτουργίας υπερβαίνει το ατομικό επίπεδο και συνδέεται άμεσα με την αναπαραγωγή πολιτικής ενάντια στις κοινωνικές ανισότητες, στον κυνισμό των αγορών, με τον μετασχηματισμό της κοινωνικής οδύνης,  του φόβου, της απόσυρσης – παθητικόποίησης του πληθυσμού σε νέα δίκτυα και μορφές αλληλεγγύης, δημιουργικότητας και επερώτησης του ρόλου μας ως «τεχνικοί» της ψυχιατρικής φροντίδας.

Η θέση μας δεν στηρίζεται σε μια ισοπεδωτική κριτική για το όλο μεταρρυθμιστικό εγχείρημα, ούτε σ’ έναν ατέρμονο ακαδημαϊκό  σχετικισμό και παθητικότητα, αλλά στη θέση ότι με μια νηφάλια απόσταση από ιδεολογικές παραμορφώσεις της πραγματικότητας, αναγνωρίζουμε διαφορετικές μορφές και επίπεδα ανάλυσης, προκειμένου να νοηματοδοτηθούν με επάρκεια. Εξάλλου η πολυπλοκότητα του αινίγματος της κατανόησης, της θεραπείας και αποκατάστασης και των νέων παθολογιών της κρίσης και της κοινωνικής εξαθλίωσης παραμένει πεισματικά ανθεκτική. Απαιτείται καινοτομία, ευρηματικότητα, φαντασία, τεκμηρίωση πέρα από ιδεολογικές κορώνες, υπεραπλούστευση, βυζαντινές διαμάχες σχολών της παραδοσιακής ψυχιατρικής και τις αποτυχημένες πολιτικές που εφαρμόζονται ως σήμερα. Με μία φράση θα λέγαμε αξιακή ανάταση. Αυτή η θέση ίσως αντανακλά τη θέση του Foucault σχετικά με την υπέρβαση του «εκβιασμού» να είμαστε υπέρ ή κατά της Αναγέννησης.   

* O Στ. Στυλιανίδης είναι καθηγητής Κοινωνικής Ψυχιατρικής στο Πάντειο Πανεπιστήμιο

* Ο Π. Χονδρός είναι ψυχολόγος, Πρόεδρος ΕΠΑΨΥ

 

ΠΗΓΗ: TVXS.GR

Ένα κατατοπιστικό κείμενο από την Ελένη Κωνσταντίνα Καράλη, Ψυχολόγο MSc και επιστημονικά υπεύθυνη στο οικοτροφείο Ψυχοκοινωνικής Αποκατάστασης και το προστατευμένο διαμέρισμα της ΕΠΑΨΥ στην Λειβαδιά.

Ψυχική νόσος: Υποδηλώνει την ύπαρξη διαταραχής της σκέψης, του συναισθήματος ή της προσωπικότητας του ανθρώπου, που επηρεάζει αρνητικά την ψυχικά ευεξία, την υγεία και την ασφάλειά του. Είναι σημαντικό να καταστεί σαφές ότι ο κάθε άνθρωπος είναι φυσιολογικό να θλίβεται, να φοβάται και να αγχώνεται, η ένταση όμως και η διάρκεια των συμπτωμάτων είναι οι ειδοποιοί παράγοντες που θα πρέπει να μας ανησυχούν, αφού ο,τιδήποτε παρεκκλίνει κατά πολύ από τα προαναφερθέντα κριτήρια, δημιουργεί την προϋπόθεση ανάπτυξης ψυχικής ασθένειας.

Φαρμακευτική αγωγή: Πολλοί άνθρωποι θεωρούν ότι «τα ψυχοφάρμακα δημιουργούν φυτά». Η αλήθεια είναι πως τα νεότερα φάρμακα έχουν πολύ λιγότερες παρενέργειες σε σχέση με τα παλαιότερα. Η ψυχοφαρμακολογία έχει αναπτυχθεί ιδιαίτερα και η λογική της πιο αποτελεσματικής δόσης φαρμάκου με τις λιγότερες ανεπιθύμητες ενέργειες συνιστά αναπόσπαστο στοιχείο της εκπαίδευσης των περισσότερων ψυχιάτρων.

Στίγμα: Η πλειοψηφία των ανθρώπων στο άκουσμα ψυχιατρικών νοσοκομείων, π.χ. Δαφνί, νιώθουν φόβο, καθώς, παρόλες τις αλλαγές, παραμένει η εικόνα άθλιων κελιών με ανεπίτρεπτες συνθήκες. Παράλληλα, λαθεμένα ταυτίζεται η ψυχική νόσος (με ποικιλία διαταραχών) με την «τρέλα». Έτσι ο «τρελός» στιγματίζεται για την παραμελημένη ή παράξενη εμφάνιση του, περιθωριοποιείται εξαιτίας των δυσκολιών στις διαπροσωπικές σχέσεις του και χλευάζεται για την ακατανόητη συμπεριφορά του, εγείροντας παράλληλα καχυποψία και φόβο στο περιβάλλον του. Εξάλλου, δεν είναι καθόλου ανοίκεια η εικόνα του «επικίνδυνου» ψυχικά πάσχοντα και εν δυνάμει εγκληματία

Οικογενειακό περιβάλλον: Τα άτομα, που μένουν μαζί, υπόκεινται σε καθημερινή συναισθηματική αλληλεπίδραση, γι’ αυτό και η ψυχική υγεία και η φυσιολογική συμπεριφορά του κάθε ατόμου εξαρτώνται βασικά από τον θεσμό της οικογένειας. Η ντροπή που οι οικογένειες βιώνουν όταν υπάρχει μέλος τους που ασθενεί ψυχικά οδηγεί σε χαλάρωση ή ακόμη και ρήξη των οικογενειακών σχέσεων, κοινωνική απομόνωση από το φιλικό ή εργασιακό περιβάλλον, επιβάρυνση της ψυχικής υγείας τόσο των φροντιστών όσο και του ίδιου του λήπτη και άρα την διαιώνιση του στίγματος.

Ψυχιατρική μεταρρύθμιση, και τώρα τι; Με αφετηρία το ψυχιατρείο της Λέρου το ‘80, πραγματοποιήθηκε η ψυχιατρική μεταρρύθμιση που σήμανε τη μετατόπιση της ψυχιατρικής φροντίδας από τα ψυχιατρικά νοσοκομεία στην κοινότητα, π.χ. με τη δημιουργία οικοτροφείων, κινητών μονάδων και ξενώνων, εγχείρημα το οποίο ενώ κατά γενική ομολογία αναγνωρίζεται ως αναγκαιότητα, εντούτοις χαρακτηρίζεται από ασυνέχεια, υποχρηματοδότηση, υποστελέχωση και ανισότητα κατανομής υπηρεσιών σε περιοχές όπου παράλληλα παρατηρείται ανυπαρξία δικτύου έξω-νοσοκομειακών και νοσοκομειακών δομών. Έτσι, παρόλο που έχουν πραγματοποιηθεί σημαντικά βήματα στην αποασυλοποίηση, εντούτοις ο ασθενής που πάσχει ψυχικά, τόσο εκείνος που διέμενε σε «άσυλα» όσο και στην κοινότητα, δυσκολεύεται να κάνει χρήση υπηρεσιών.

ΔΩΡΕΑΝ υποστήριξη:

Πανελλήνια Ομοσπονδία Συλλόγων Οργανώσεων για την ψυχική υγεία: Eλ. Βενιζέλου 236, 16341, Ηλιούπολη, Αθήνα. τηλ/ fax: 210 9948098, e-mail:  Αυτή η διεύθυνση ηλεκτρονικού ταχυδρομείου προστατεύεται από τους αυτοματισμούς αποστολέων ανεπιθύμητων μηνυμάτων. Χρειάζεται να ενεργοποιήσετε τη JavaScript για να μπορέσετε να τη δείτε.

Εθνικός μηχανισμός ενημέρωσης και ευαισθητοποίησης: www.koinoniasos.gr

Γραμμή βοήθειας για την κατάθλιψη: 1034 (χωρίς χρέωση για αστικές–υπεραστικές κλήσεις)

Σύλλογος Οικογενειών και Φίλων Ψυχικής Υγείας Βοιωτίας:
Καραγιαννοπούλου 27, 32100, Λιβαδειά,
Πρόεδρος: Καρατσιώλη Ελένη, τηλ: 6942405674 e-mail:  Αυτή η διεύθυνση ηλεκτρονικού ταχυδρομείου προστατεύεται από τους αυτοματισμούς αποστολέων ανεπιθύμητων μηνυμάτων. Χρειάζεται να ενεργοποιήσετε τη JavaScript για να μπορέσετε να τη δείτε.

*Η Καράλη Ελένη Κωνσταντίνα, Ψυχολόγος MSc, είναι επιστημονικά υπεύθυνη στο οικοτροφείο Ψυχοκοινωνικής Αποκατάστασης και το προστατευμένο διαμέρισμα της ΕΠΑΨΥ στην Λειβαδιά.

Οικοτροφείο ΕΠΑΨΥ
Δημάρχου Ι. Ανδρεαδάκη 42 (πρώην Πεσόντων Μαχητών), Λειβαδιά, ΤΚ 32100
Τηλ. επικοινωνίας: 2261027330

 

ΠΗΓΗ:ANAPNEFSTIRAS.GR

Η τιμωρία δεν είναι πια της μόδας γιατί δημιουργεί διακρίσεις
που για τη δημοκρατική νοοτροπία μας είναι απαράδεκτες.
Προτιμούμε μια ανούσια συλλογική ενοχή
αντί για μια ουσιαστική ατομική ευθύνη. Thomas Szasz

Τους ενόχους είναι προτιμότερο να τους διαλέγεις παρά να τους ψάχνεις. Marcel Pagnol

Δύο είναι τα βασικά σύνδρομα που χαρακτηρίζουν τις όψεις της μεταπολιτευτικής νεοελληνικής κοινωνίας. Το πρώτο είναι ένα τρίπολο ανομίας, διαφθοράς και ατιμωρησίας το οποίο έχει ως αποτέλεσμα το παλαιό πολιτικό σύστημα να βρίσκεται σε μια τεράστια κρίση και κυρίως σε απόσταση από την ελληνική κοινωνία. Το δεύτερο σύνδρομο που χαρακτηρίζει, πέραν της μεταπολίτευσης, τη δομή της αποκαλουμένης μεταοθωμανικής δημοκρατίας της Ελλάδας, δηλαδή από τη στιγμή που η Ελλάδα συγκροτήθηκε ως ανεξάρτητο ελληνικό κράτος, είναι η αποσύνδεση, ο διαχωρισμός μεταξύ συναισθήματος και σκέψης.
 
Όπως συμβαίνει στις προσωπικές κρίσεις, σε περιόδους κατά τις οποίες το άτομο έρχεται αντιμέτωπο με μία  σημαντική αλλαγή ζωής συνήθως με αρνητικό πρόσημο, έτσι και σε περιόδους κοινωνικών κρίσεων, επιστρατεύονται ένα σύνολο μηχανισμών άμυνας και επισημαίνονται οι δυνατότητες και τα ελλείμματα. Στο πλαίσιο της ανθρωπολογικής-κοινωνιολογικής έρευνας έχει αναδειχθεί εδώ και αρκετά χρόνια το ζήτημα του διαχωρισμού των κοινωνιών σε κοινωνίες οι οποίες ρυθμίζονται από το αίσθημα της ντροπής και σε αυτές  που λειτουργούν με το αίσθημα της ενοχής. Ως επί το πλείστον, οι θεωρητικοί υποστηρίζουν ότι οι κοινωνίες της Ανατολής εμπίπτουν στην πρώτη κατηγορία ενώ οι κοινωνίες της ευρύτερης Δύσης εμφανίζουν χαρακτηριστικά της δεύτερης κατηγορίας. Θα πρέπει να σημειωθεί ωστόσο ότι στην κοινωνική πρακτική αυτό το θεωρητικό μοντέλο σχεδόν ποτέ δεν εμφανίζεται αμιγές.
 
Η ιδιαιτερότητα της ελληνικής κατάστασης καθιστά δύσκολο το να αποφανθεί κανείς όσον αφορά  στην  επικράτηση της ενοχής ή της ντροπής σε ρυθμιστικό ρόλο του κοινωνικού αισθήματος. Το γεγονός αυτό οφείλεται αφ’ ενός στο ότι η Ελλάδα, ακόμη πριν την έλευση της πολυεπίπεδης κρίσης, διένυε μία περίοδο διαπραγμάτευσης ανάμεσα στις ανατολικές καταβολές της καθώς και τις δυτικές επιρροές και εμπειρίες μετά την ένταξή της στην τότε ΕΟΚ ερήμην της ωρίμανσης και της δυνατότητας επεξεργασίας των αντιφάσεων του ελληνικού κοινωνικού σχηματισμού. Έναν ακόμη λόγο αποτελούν τα χαρακτηριστικά της περιόδου που διανύει σήμερα,  μία περίοδος έντονων αλλαγών, απρόβλεπτης εξέλιξης της καθημερινότητας, διαχωρισμού του συναισθήματος από τη σκέψη και αδυναμίας στοχασμού για το αύριο, η οποία εγγράφεται στο γενικότερο κλίμα διάχυσης του φόβου στην κοινωνία: «δεν ξέρουμε τι θα μας συμβεί αύριο, καλύτερα ας υπομείνουμε αυτά που έχουμε σήμερα».
 
Διαφοροποιούμε παραδοσιακά την ντροπή από την ενοχή σε σχέση με τις λειτουργίες που διατηρούν με τα διάφορα στοιχεία της ψυχικής λειτουργίας. Η ενοχή εκφράζει μία ένταση μεταξύ του Εγώ και του Υπερεγώ (σύστημα το οποίο αποτελεί τη «συνείδηση» του ατόμου, περιλαμβάνει ιδεώδη και αξίες, απαγορεύσεις και εντολές και λειτουργεί ως λογοκριτής), με αφετηρία την παραβίαση την πραγματική ή την φαντασιακή ενός απαγορευμένου πράγματος, μιας απαγόρευσης. Η ντροπή υποδηλώνει περισσότερο μία κατάσταση έντασης μεταξύ του Εγώ και του Ιδεώδους του Εγώ (σύστημα το οποίο περιλαμβάνει ηθικές, θρησκευτικές κοσμοθεωριακές και λοιπές αξίες του ατόμου, τα ιδεώδη, τα ιδανικά και τις φιλοδοξίες του). Μαρτυρά την αποτυχία του Εγώ σε σχέση με το ναρκισσικό του σχέδιο. Μέσα στην ντροπή το Εγώ δεν φταίει αλλά είναι ανάξιο, είναι αναξιοπρεπές. Εάν η ενοχή προέρχεται από την εμπειρία της απώλειας ενός αντικειμένου αγάπης ή από την πράξη της καταστροφής του, αντίθετα η ντροπή προέρχεται όχι μόνο από την εμπειρία να χάσει κανείς ή να καταστρέψει το αντικείμενο αλλά από την εμπειρία να είναι κανείς χαμένος ή να είναι κατεστραμμένος για το αντικείμενο. Με άλλα λόγια, η ενοχή είναι ένα αίσθημα που σχετίζεται με τη συνείδηση του ατόμου και τις επιταγές της, οι οποίες συχνά μπορεί να βιώνονται ως ιδιαίτερα αυστηρές και απαιτητικές. Η ντροπή από την άλλη οργανώνεται υπό το βλέμμα του σημαντικού Άλλου και σχετίζεται με αισθήματα απόρριψης ή αποδοχής. Μέσα από αυτή την οπτική μπορούμε να πούμε ότι η ντροπή είναι για τη μελαγχολία αυτό που είναι η ενοχή για την κατάθλιψη.
 
Στο πλαίσιο μιας γενικευμένης κατάστασης κοινωνικής ανομίας, ηθικής κατάρρευσης, συλλογικής ενοχής και ντροπής, πλήρους ρευστότητας των κοινωνικών δεσμών, δραματικής κοινωνικής ανασφάλειας και εγκατάλειψης κάθε συλλογικού οράματος, μέσα σε μια κατάρρευση αξιών και αποεπένδυση της ελπίδας, ο ανθρώπινος ψυχισμός διαθέτει δύο κύριες διεξόδους:

  1. Την απόσυρση, την αποεπένδυση από κάθε συλλογικότητα, την καταθλιπτική ακινησία, συνδεδεμένη και με μείζονες ψυχοσωματικές αντιδράσεις/ψυχικές κινήσεις αυτοκαταστροφικότητας.
  2. Την «εύκολη» και εκφορτιστική για την ένταση λύση του acting out, της καταστροφικότητας, της αέναης επανάληψης των ψυχικών κινήσεων του θανάτου και όχι της ζωής.

Οι πολιτικοί, οι οποίοι έχουν σήμερα απαξιωθεί εντελώς έκτος από ελάχιστες εξαιρέσεις, δεν δίνουν καμιά διέξοδο, όπως λέει ο Στέλιος Ράμφος, στο αδιέξοδο των ανθρώπων και στο αίσθημα καταφεύγωντας στο λόγο του λαϊκισμού. Γιατί αν δεν πάρει κανείς θέση στο να δώσει διέξοδο στο αίσθημα πολύ εύκολα ολισθαίνει σε έναν απόλυτο λαϊκισμό. Στη σημερινή κρίση, πάρα πολλοί πολίτες, από απόγνωση, από έντονο κενό παιδείας, οδηγούνται προς μια ορισμένη κατεύθυνση όπου κυρίαρχα στοιχεία αποτελούν οι αδιαμόρφωτοι μηδενισμοί όπως εκφράζονται και από τα 2 άκρα. Από το ακροδεξιό άκρο, με αιχμή του δόρατος τη συγκρότηση του νεοναζιστικού μορφώματος της ΧΑ, αλλά και από το αριστερό άκρο, μέσα από τις κινήσεις των αναρχοαυτόνομων ομάδων που βεβαίως δεν έχουν καμία σχέση σε επίπεδο ιδεολογικό, πολιτικό, ή οράματος με την συγκρότηση της ΧΑ αλλά δεν παύουν σε επίπεδο εκφορτίσεων και βίας να αναπαράγουν ιδίου τύπου μηδενισμό.
 
Η διαφθορά στην ελληνική κοινωνία δεν βασίστηκε μόνο σε κάποια κακοποιά στοιχεία αλλά στην αντίδραση μιας κοινωνίας που αρνείται την ανάπτυξή της. Το κράτος σε υποχρεώνει να διαφθαρείς κι εσύ για να ζήσεις, το εκμεταλλεύεσαι σαν οικογένεια, σαν σόι, σα συντεχνία. Πρόκειται για μια άκρως ανώμαλη σχέση που βρίσκεται στη ρίζα του σημερινού μας προβλήματος. Το κράτος προσπαθούσε για πολλά χρόνια να πολλαπλασιάσει τις μίζες ώστε να πολλαπλασιαστεί η συν-ενοχή. Κι εδώ το σύνθημα, η πρόταση του Πάγκαλου που έκανε πάρα πολύ μεγάλη ηχώ και διακίνησε πολλά συναισθήματα θετικά και αρνητικά στην ελληνική κοινωνία, το «Μαζί τα φάγαμε», εν μέρει ακουμπάει σε μια εσωτερική πραγματικότητα του κάθε πολίτη, όταν σαν τοξικομανής θέλει όλοι να παίρνουν ναρκωτικά, ώστε να μοιραστεί την ενοχή του. Έτσι το κράτος δημιουργεί συνθήκες που σε καλούν να τις παραβιάσεις. Να υπάρχει δηλαδή ένα κλίμα ευρείας συν-ενοχής ώστε η θεραπεία να δείχνει αδύνατη εκτός του συνολικού θανάτου και της συνολικής κατάρρευσης.
 
Η ντροπή είναι ένα μετασυναίσθημα που συγκεντρώνει διαφορετικά και διάσπαρτα στοιχεία. Είναι μία αλληλεπίδραση προκλήσεων συναισθηματικών, σεξουαλικών, συγκινησιακών και κοινωνικών. Αυτά τα στοιχεία παράγουν κόμβους άγχους, κόμβους επιθυμιών, συναισθημάτων που εξουδετερώνουν τις δυνατότητες έκφρασης και επικοινωνίας και κλείνουν τα άτομα σε εξαιρετικά έντονες συγκρούσεις. Το σύνολο της ύπαρξης είναι μέσα σε αυτές τις συνθήκες πραγματικά μολυσμένο από την ντροπή.  Η αναστολή έρχεται να υπογραμμίσει την ανικανότητα του υποκειμένου να αντιδράσει και αυτό το γεγονός έρχεται να εντατικοποιήσει την κατάσταση της ταπείνωσης. Η επιθετικότητα που δεν μπορεί να εκφραστεί στην κατεύθυνση αυτού που ταπεινώνει το άτομο τότε γυρνάει ενάντια στο άτομο. Κι έτσι η ντροπή προϋποθέτει την απόσυρση. Σε άλλες καταστάσεις, η ντροπή μπορεί να παίξει το ρόλο μιας τιμωρίας και ενός καταναγκασμού που οδηγεί το υποκείμενο να στρατευτεί σε μία ζωή που να σημαδεύεται από την υπέρμετρη φιλοδοξία και σχεδόν να αγγίζει τα όρια της μεγαλομανίας. Υπάρχει λοιπόν, σε συνάρτηση και με τα προηγούμενα είδη ντροπής, μια κοινωνική ντροπή που εμφανίζεται όταν το άτομο είναι στιγματισμένο σε σχέση με την ταυτότητά του , τη φυλή του, τη θρησκεία του, την κοινωνική του κατάσταση ή την πολιτισμική του κατάσταση.
 
Το άτομο που αισθάνεται τραυματισμένο το ναρκισσισμό του, όπως σε κάθε προσπάθεια επούλωσης τραύματος, πρέπει να οδηγήσει τα πράγματα ώστε το τραύμα αυτό να μην συνδέεται με βιώματα επώδυνα ντροπής και ενοχής. Πρέπει η ντροπή και η ενοχή να εξαλειφθούν. Η ντροπή όμως και η ενοχή μπορούν να βρίσκονται στη γένεση του τραυματισμού, στο βαθμό που αυτά τα συναισθήματα διαταράσσουν και χτυπούν ανελέητα το εγώ, του επιβάλλουν μία ψυχική εργασία ιδιαίτερα πιεστική ή το αποδιοργανώνουν. Το επώδυνο βίωμα του τραύματος, το οποίο συνοδεύεται από συναισθήματα ντροπής και ενοχής, επαναλαμβάνεται κάθε φορά που διάφορες κοινωνικές καταστάσεις κάνουν το άτομο να νιώθει ταπεινωμένο. Σε τελευταία ανάλυση μπορούμε να πούμε ότι η προσπάθεια επούλωσης του τραύματος γίνεται μέσα από την εξάλειψη του βιώματος της ντροπής και της ενοχής. Η ντροπή και η ενοχή επιβάλλουν μια ψυχική εργασία που προσπαθεί να θεραπεύσει τον τραυματισμό και τα αποτελέσματα του.
 
Για παράδειγμα, η απώλεια της ταυτότητας, ο κατακερματισμός του εθνικού ιδεώδους («Πάλι με χρόνους, με καιρούς, πάλι δικά μας θα’ ναι»), η εισβολή του ξένου-μετανάστη σαν απειλή για την εθνική συνοχή, το χαμηλό ιδεώδες του εγώ σε σχέση με τα αρχαιοελληνικά ιδεώδη, η κοινωνικοοικονομική κρίση που μετατρέπεται σε ηθική κρίση αποτελούν, όλα αυτά τα στοιχεία μαζί, ένα σύνολο πραγμάτων που οδηγούν στην ντροπή και στην ενοχή, στη μελαγχολία ή στην κατάθλιψη αλλά και εναλλακτικά στη μειωμένη ανεκτικότητα απέναντι στη διαφορετικότητα ή ακόμη στο μίσος απέναντι στον άλλο και στην επιβολή επί του άλλου ασκώντας ταυτόχρονα μια αντισυστεμική κριτική και προσπαθώντας να διαφοροποιηθούν και να αλλάξουν τη σαπίλα του συστήματος.
 
Μας ενδιαφέρει τελικά η αναπαραγωγή του προβλήματος ή η πραγματική διόρθωσή του; Όπως σημειώνει ο Στέλιος Ράμφος «Ένας άνθρωπος που έχει αυτοπεποίθηση, ένας λαός που έχει αυτοπεποίθηση ψάχνει τα δικά του λάθη». Πρέπει κάποια στιγμή δηλαδή να καταλάβουμε ποια είναι τα συν και τα πλην, να αναδείξουμε την προσωπική και συλλογική ευθύνη. Στη πράξη όμως δεν έχουμε αυτοπεποίθηση γιατί ζούμε σε μια κουλτούρα πολλές φορές υπερπροστασίας που μας ήθελε πάντα παιδιά πιασμένους από το χέρι του μπαμπά μας, να περνούμε συνεχώς τελετές μυήσεως και να μην αποκτούμε ποτέ Εαυτό, πραγματική συγκρότηση εαυτού με αυτογνωσία και αυτοσυνείδηση. Θα έλεγα ότι αυτό είναι ένα κρίσιμο πρόβλημα και αυτό συνδέεται με το γιατί επιλέγουμε συνεχώς το Εγώ από το Εμείς. Η πραγματική φροντίδα για το Εγώ είναι φροντίδα για το Εμείς.
 
Τι μπορεί να γίνει λοιπόν για να προσανατολιστούμε από το Εγώ στο Εμείς; Να κατανοήσουμε βαθύτερα, ο καθένας ατομικά και όλοι μαζί στις κοινωνικές ομάδες που ανήκουμε, τη διαβρωτική λειτουργία της ενοχής και της ντροπής μέσα μας και στον κοινωνικό μας περίγυρο. Να αναζητήσουμε την απάντηση στην κρίση στην επένδυση σε ένα συλλογικό σχέδιο δράσης, σε κινήσεις αλληλεγγύης, στην ανάπτυξη νέων δεσμών με τους άλλους και στη συνεχή επαγρύπνηση για τη στάση μας απέναντι στη διαφορετικότητα. Σε πείσμα της περιρρέουσας ατμόσφαιρας, του κλίματος συλλογικής κατάθλιψης, ορισμένοι άνθρωποι εξακολουθούν να πράττουν το σωστό και το δύσκολο, να πορεύονται με ευθύνη και ήθος, να υπερβαίνουν τις ειδήσεις των οκτώ (ποιες ειδήσεις άραγε μετά το ακροδεξιό πραξικόπημα κατάργησης της ΕΡΤ και στέρησης της όποιας πολυφωνίας;).
 
Για να γίνει κάτι τέτοιο όμως, απαιτείται όχι μόνο χρόνος ημερολογιακός αλλά ένας χρόνος ψυχικός που μοιάζει να μην τον έχουμε ή να μην τον αναζητούμε ποτέ. Γιατί δεν θέλουμε τελικά να παίρνουμε θέσεις για να κοιταχτούμε μέσα μας, να κατανοήσουμε. Μένουμε αντίθετα σαν καθρέπτες του Εγώ μας, των επιθυμιών μας γιατί δεν θέλουμε να κοιταζόμαστε πουθενά. Η συλλογική επανάληψη με τη σημερινή πολιτική έκφραση των αιτιών της κρίσης σημαίνει συμβολικός θάνατος και λίμναση κάθε ενόρμησης ζωής. Ίσως αυτό και να αποτελεί το κρίσιμο πολιτικό διακύβευμα του σήμερα για τη χώρα.
 
Στέλιος Στυλιανίδης, Ψυχίατρος-Ψυχαναλυτής, Καθηγητής Κοινωνικής Ψυχιατρικής στο Πάντειο Πανεπιστήμιο, Μέλος της Πολιτικής Κίνησης «Κοινωνία Πρώτα»
Χριστίνα Μαμαλούδη, Ψυχολόγος 

ΠΗΓΗ: TVXS.GR

 «Μαζί τα φάγαμε;

Ενοχή, Ντροπή Και Συλλογική Κατάθλιψη»

Γράφει ο Στέλιος Στυλιανίδης, Ψυχίατρος-Ψυχαναλυτής, Καθηγητής Κοινωνικής Ψυχιατρικής στο Πάντειο Πανεπιστήμιο και η Χριστίνα Μαμαλούδη, Ψυχολόγος

 

«Όταν όλοι μας γίνουμε ένοχοι, τότε θα έχουμε δημοκρατία», Αλμπέρ Καμύ

Διαφοροποιούμε παραδοσιακά την ντροπή από την ενοχή σε σχέση με τις λειτουργίες που διατηρούν με τα διάφορα στοιχεία της ψυχικής λειτουργίας. Η ενοχή εκφράζει μία ένταση μεταξύ του Εγώ και του Υπερεγώ (σύστημα το οποίο αποτελεί τη «συνείδηση» του ατόμου, περιλαμβάνει ιδεώδη και αξίες, απαγορεύσεις και εντολές και λειτουργεί ως λογοκριτής), με αφετηρία την παραβίαση την πραγματική ή την φαντασιακή ενός απαγορευμένου πράγματος, μιας απαγόρευσης. Η ντροπή υποδηλώνει περισσότερο μία κατάσταση έντασης μεταξύ του Εγώ και του Ιδεώδους του Εγώ (σύστημα το οποίο περιλαμβάνει ηθικές, θρησκευτικές κοσμοθεωριακές και λοιπές αξίες του ατόμου, τα ιδεώδη, τα ιδανικά και τις φιλοδοξίες του). Μαρτυρά την αποτυχία του Εγώ σε σχέση με το ναρκισσικό του σχέδιο. Μέσα στην ντροπή το Εγώ δεν φταίει αλλά είναι ανάξιο, είναι αναξιοπρεπές. Εάν η ενοχή προέρχεται από την εμπειρία της απώλειας ενός αντικειμένου αγάπης ή από την πράξη της καταστροφής του, αντίθετα η ντροπή προέρχεται όχι μόνο από την εμπειρία να χάσει κανείς ή να καταστρέψει το αντικείμενο αλλά από την εμπειρία να είναι κανείς χαμένος ή να είναι κατεστραμμένος για το αντικείμενο.

Με άλλα λόγια, η ενοχή είναι ένα αίσθημα που σχετίζεται με τη συνείδηση του ατόμου και τις επιταγές της, οι οποίες συχνά μπορεί να βιώνονται ως ιδιαίτερα αυστηρές και απαιτητικές. Η ντροπή από την άλλη οργανώνεται υπό το βλέμμα του σημαντικού Άλλου και σχετίζεται με αισθήματα απόρριψης ή αποδοχής. Μέσα από αυτή την οπτική μπορούμε να πούμε ότι η ντροπή είναι για τη μελαγχολία αυτό που είναι η ενοχή για την κατάθλιψη.

Στο πλαίσιο μιας γενικευμένης κατάστασης κοινωνικής ανομίας, ηθικής κατάρρευσης, συλλογικής ενοχής και ντροπής, πλήρους ρευστότητας των κοινωνικών δεσμών, δραματικής κοινωνικής ανασφάλειας και εγκατάλειψης κάθε συλλογικού οράματος, μέσα σε μια κατάρρευση αξιών και αποεπένδυση της ελπίδας, ο ανθρώπινος ψυχισμός διαθέτει δύο κύριες διεξόδους:

1. Την απόσυρση, την αποεπένδυση από κάθε συλλογικότητα, την καταθλιπτική ακινησία, συνδεδεμένη και με μείζονες ψυχοσωματικές αντιδράσεις/ψυχικές κινήσεις αυτοκαταστροφικότητας.

2. Την «εύκολη» και εκφορτιστική για την ένταση λύση του actingout, της καταστροφικότητας, της αέναης επανάληψης των ψυχικών κινήσεων του θανάτου και όχι της ζωής.

Η διαφθορά στην ελληνική κοινωνία δεν βασίστηκε μόνο σε κάποια κακοποιά στοιχεία αλλά στην αντίδραση μιας κοινωνίας που αρνείται την ανάπτυξή της. Το κράτος σε υποχρεώνει να διαφθαρείς κι εσύ για να ζήσεις, το εκμεταλλεύεσαι σαν οικογένεια, σαν σόι, σα συντεχνία. Πρόκειται για μια άκρως ανώμαλη σχέση που, όπως λέει ο Στέλιος Ράμφος, βρίσκεται στη ρίζα του σημερινού μας προβλήματος. Το κράτος προσπαθούσε για πολλά χρόνια να πολλαπλασιάσει τις μίζες ώστε να πολλαπλασιαστεί η συν-ενοχή. Κι εδώ το σύνθημα, η πρόταση του Πάγκαλου που έκανε πάρα πολύ μεγάλη ηχώ και διακίνησε πολλά συναισθήματα θετικά και αρνητικά στην ελληνική κοινωνία, το «Μαζί τα φάγαμε», εν μέρει ακουμπάει σε μια εσωτερική πραγματικότητα του κάθε πολίτη, όταν σαν τοξικομανής θέλει όλοι να παίρνουν ναρκωτικά, ώστε να μοιραστεί την ενοχή του. Έτσι το κράτος δημιουργεί συνθήκες που σε καλούν να τις παραβιάσεις. Να υπάρχει δηλαδή ένα κλίμα ευρείας συν-ενοχής ώστε η θεραπεία να δείχνει αδύνατη εκτός του συνολικού θανάτου και της συνολικής κατάρρευσης.

Η ντροπή είναι ένα μετασυναίσθημα που συγκεντρώνει διαφορετικά και διάσπαρτα στοιχεία. Είναι μία αλληλεπίδραση προκλήσεων συναισθηματικών , σεξουαλικών, συγκινησιακών και κοινωνικών. Αυτά τα στοιχεία παράγουν κόμβους άγχους, κόμβους επιθυμιών, συναισθημάτων που εξουδετερώνουν τις δυνατότητες έκφρασης και επικοινωνίας και κλείνουν τα άτομα σε εξαιρετικά έντονες συγκρούσεις. Το σύνολο της ύπαρξης είναι μέσα σε αυτές τις συνθήκες πραγματικά μολυσμένο από την ντροπή. Η ντροπή εκτός από αποδιοργανωτική μπορεί να είναι επίσης κινητοποιητική. Μπορεί να αναδειχτεί κατ’ επανάληψη και με βίαιο τρόπο κατά τη διάρκεια μιας ζωής ή ακόμη να διαλύσει μια καριέρα.

Η αναστολή έρχεται να υπογραμμίσει την ανικανότητα του υποκειμένου να αντιδράσει και αυτό το γεγονός έρχεται να εντατικοποιήσει την κατάσταση της ταπείνωσης. Η επιθετικότητα που δεν μπορεί να εκφραστεί στην κατεύθυνση αυτού που ταπεινώνει το άτομο τότε γυρνάει ενάντια στο άτομο. Κι έτσι η ντροπή προϋποθέτει την απόσυρση. Σε άλλες καταστάσεις, η ντροπή μπορεί να παίξει το ρόλο μιας τιμωρίας και ενός καταναγκασμού που οδηγεί το υποκείμενο να στρατευτεί σε μία ζωή που να σημαδεύεται από την υπέρμετρη φιλοδοξία και σχεδόν να αγγίζει τα όρια της μεγαλομανίας.

Υπάρχει λοιπόν, σε συνάρτηση και με τα προηγούμενα είδη ντροπής, μια κοινωνική ντροπή που εμφανίζεται όταν το άτομο είναι στιγματισμένο σε σχέση με την ταυτότητά του , τη φυλή του, τη θρησκεία του, την κοινωνική του κατάσταση ή την πολιτισμική του κατάσταση.

Το άτομο που αισθάνεται τραυματισμένο το ναρκισσισμό του, όπως σε κάθε προσπάθεια επούλωσης τραύματος, πρέπει να οδηγήσει τα πράγματα ώστε το τραύμα αυτό να μην συνδέεται με βιώματα επώδυνα ντροπής και ενοχής. Πρέπει η ντροπή και η ενοχή να εξαλειφθούν. Η ντροπή όμως και η ενοχή μπορούν να βρίσκονται στη γένεση του τραυματισμού, στο βαθμό που αυτά τα συναισθήματα διαταράσσουν και χτυπούν ανελέητα το εγώ, του επιβάλλουν μία ψυχική εργασία ιδιαίτερα πιεστική ή το αποδιοργανώνουν. Το επώδυνο βίωμα του τραύματος, το οποίο συνοδεύεται από συναισθήματα ντροπής και ενοχής, επαναλαμβάνεται κάθε φορά που διάφορες κοινωνικές καταστάσεις κάνουν το άτομο να νιώθει ταπεινωμένο. Σε τελευταία ανάλυση μπορούμε να πούμε ότι η προσπάθεια επούλωσης του τραύματος γίνεται μέσα από την εξάλειψη του βιώματος της ντροπής και της ενοχής. Η ντροπή και η ενοχή επιβάλλουν μια ψυχική εργασία που προσπαθεί να θεραπεύσει τον τραυματισμό και τα αποτελέσματα του.

Για παράδειγμα, η απώλεια της ταυτότητας, ο κατακερματισμός του εθνικού ιδεώδους («Πάλι με χρόνους, με καιρούς, πάλι δικά μας θα’ ναι»), η εισβολή του ξένου-μετανάστη σαν απειλή για την εθνική συνοχή, το χαμηλό ιδεώδες του εγώ σε σχέση με τα αρχαιοελληνικά ιδεώδη, η κοινωνικοοικονομική κρίση που μετατρέπεται σε ηθική κρίση αποτελούν, όλα αυτά τα στοιχεία μαζί, ένα σύνολο πραγμάτων που οδηγούν στην ντροπή και στην ενοχή, στη μελαγχολία ή στην κατάθλιψη αλλά και εναλλακτικά στο μίσος απέναντι στον άλλο και στην επιβολή επί του άλλου ασκώντας ταυτόχρονα μια αντισυστεμική κριτική και προσπαθώντας να διαφοροποιηθούν και να αλλάξουν τη σαπίλα του συστήματος.

Τι μπορεί να γίνει λοιπόν για να αλλάξουν τα πράγματα; Να κατανοήσουμε βαθύτερα, ο καθένας ατομικά και όλοι μαζί στις κοινωνικές ομάδες που ανήκουμε, τη διαβρωτική λειτουργία της ενοχής και της ντροπής μέσα μας και στον κοινωνικό μας περίγυρο. Επομένως, μόνο η επένδυση στις κινήσεις αλληλεγγύης, σε ένα συλλογικό σχέδιο δράσης και στην ανάπτυξη νέων δεσμών με τους άλλους μπορεί να είναι οι αυθεντικές και αποτελεσματικές απαντήσεις στην κρίση. Σε πείσμα της περιρρέουσας ατμόσφαιρας, του κλίματος συλλογικής κατάθλιψης, ορισμένοι άνθρωποι εξακολουθούν να πράττουν το σωστό και το δύσκολο, να πορεύονται με ευθύνη και ήθος, να υπερβαίνουν τις ειδήσεις των οκτώ (ποιες ειδήσεις άραγε μετά το ακροδεξιό πραξικόπημα κατάργησης της ΕΡΤ και στέρησης της όποιας πολυφωνίας;). Αυτή η παράλληλη Ελλάδα, όπως εύστοχα γράφει ο Γιώργος Γραμματικάκης, «είναι η πραγματική Ελλάδα, η μόνη Ελλάδα». Μια Ελλάδα που δεν φοβάται τον φόβο.

 

ΠΗΓΗ: BORO.GR

 

Τα ανθρώπινα δικαιώματα και η ψυχική υγεία συνδέονται άρρηκτα μεταξύ τους. Όταν τα ανθρώπινα δικαιώματα προστατεύονται, το ποσοστό ψυχικών διαταραχών μειώνεται, ενώ όταν καταπατούνται, οι ψυχικές διαταραχές εμφανίζονται σε μεγαλύτερο ποσοστό στο γενικό πληθυσμό.

Πριν από 50 σχεδόν χρόνια, στις 10 Δεκέμβρη του 1948, τα Ηνωμένα Έθνη υπέγραψαν την Οικουμενική Διακήρυξη για τη προστασία και διαφύλαξη των ανθρωπίνων δικαιωμάτων.

Τα ανθρώπινα δικαιώματα θα μπορούσαν γενικά να ορισθούν ως το σύνολο των ελευθεριών, που δηλώνουν τη δυνατότητα του ανθρώπου να σκέπτεται, να εκφράζεται, να αποφασίζει και να ενεργεί χωρίς εξωτερικούς καταναγκασμούς, παρά μόνο με κανόνες που διασφαλίζουν την αρμονική συμβίωση των μελών της κοινωνίας. Είναι εκείνα τα δικαιώματα που ενυπάρχουν στη φύση μας, που είναι έμφυτα και χωρίς τα οποία δεν μπορούμε να ζήσουμε ως ανθρώπινα όντα. Τα ανθρώπινα δικαιώματα και οι θεμελιώδεις ελευθερίες μάς επιτρέπουν να αναπτύξουμε πλήρως και να χρησιμοποιήσουμε τις ανθρώπινες αρετές μας, τη νοημοσύνη μας, τα ταλέντα μας και τη συνείδησή μας και να ικανοποιήσουμε τις πνευματικές και άλλες ανάγκες μας. 

Αυτά βασίζονται πάνω στις αυξανόμενες απαιτήσεις της ανθρωπότητας για μια ζωή μέσα στην οποία η έμφυτη αξιοπρέπεια και η αξία κάθε ανθρώπου θα τυγχάνει σεβασμού και προστασίας. Όλοι οι άνθρωποι γεννιούνται ελεύθεροι και ίσοι στην αξιοπρέπεια και τα δικαιώματα. Στον σύγχρονο, γεμάτο εντάσεις κόσμο, ο αγώνας για τα δικαιώματα του ανθρώπου έχει δύο μέτωπα: Είναι αγώνας κατά της παραβίασής τους και αγώνας για την κατοχύρωση και τον έμπρακτο σεβασμό τους. Τ’ ανθρώπινα δικαιώματα είναι:

1. Πνευματικά: Ελευθερία στοχασμού και έκφρασης, ελευθεροτυπία, δικαίωμα στη μόρφωση, στην ενημέρωση, δικαίωμα στην ψυχαγωγία κ.λπ.

2. Ψυχολογικά: Ανεμπόδιστη πρόσβαση σε υπηρεσίες προαγωγής ψυχικής υγείας και πρόληψης, η εκτίμηση και καταγραφή της ψυχικής υγείας των κοινοτήτων κ.τ.λ.

3. Κοινωνικά: Ίσοι απέναντι στους νόμους, αξιοκρατία, δικαίωμα στην πρόνοια, στην κοινωνική ασφάλιση (από ασθένεια, ανεργία, γηρατειά).

4. Ατομικά και Πολιτικά: Εκλέγειν-εκλέγεσθαι, δικαίωμα προσφυγής-αναφοράς για παραβίαση, δικαίωμα «συνέρχεσθαι», απαγόρευση αυθαίρετων συλλήψεων, φυλακίσεων, εξορίας, βασανιστηρίων, απαγόρευση δουλείας, φυλετικών διακρίσεων.

5. Οικονομικά: Δικαίωμα ελεύθερης επιλογής και άσκησης επαγγέλματος, δικαίωμα του «συνεταιρίζεσθαι».

6. Πολιτισμικά: Σεβασμός των ιδιαίτερων χαρακτηριστικών ενός έθνους ή μιας μειονότητας (γλώσσα, θρησκεία κλπ.), ελεύθερη επιλογή δόγματος κ.ά. 

7. Δικαίωμα ζωής, προστασίας ιδιωτικού ασύλου, απορρήτου επιστολών, απαγόρευση παρέμβασης στην ιδιωτική ζωή κ.λπ.

8. Η διασφάλιση των ανθρωπίνων δικαιωμάτων αποδεικνύει την ποιότητα της κοινωνίας, τη δημοκρατική οργάνωση.

Η προστασία των δικαιωμάτων είναι απαραίτητη για την προαγωγή της ψυχικής υγείας.

Η έννοια της ψυχικής υγείας είναι πολυδιάστατη και υποκειμενική και δεν αναφέρεται μόνο στην απουσία ψυχικής διαταραχής. Η ψυχική υγεία είναι η συναισθηματική και η διανοητική εκείνη κατάσταση που επιτρέπει στα άτομα να χαίρονται τη ζωή και να ανταπεξέρχονται στις απογοητεύσεις αλλά και στις δύσκολες συνθήκες. Είναι το θετικό συναίσθημα της ψυχολογικής ευεξίας και της πίστης μας στη δική μας αξία, αλλά και των άλλων.

Σύμφωνα με τον Παγκόσμιο Οργανισμό Υγείας «Ψυχική Υγεία  είναι η κατάσταση ευεξίας, όπου το άτομο μπορεί να ζει και να εργάζεται με άνεση μέσα στην κοινότητα και να ικανοποιείται από τα προσωπικά του χαρακτηριστικά κι επιτεύγματα».

Η Ψυχική Υγεία και οι ψυχικές διαταραχές, παραμένουν ακόμη και σήμερα έννοιες δυσνόητες για τις οποίες δίδεται μεν φροντίδα αλλά μπορούν να γίνουν περισσότερα. Είναι σημαντικό να γνωρίζουμε ότι:

• Οι ψυχικές ασθένειες δεν επιλέγουν τα θύματά τους, εμφανίζονται σε όλες τις ομάδες του πληθυσμού, σε όλες τις ηλικίες, σε όλους τους πολιτισμούς και επηρεάζουν και τα δύο φύλα.

• Οι ψυχικές διαταραχές επηρεάζουν σχεδόν το 12% του πληθυσμού ανά τον κόσμο. Περίπου 450 εκατομμύρια άτομα ή ένας στους τέσσερις σε όλο τον κόσμο θα έχουν εμπειρία κάποιας ψυχικής διαταραχής και θα μπορούσαν να επωφεληθούν από έγκαιρη διάγνωση, κατάλληλη και επαρκή θεραπεία.

• Μόνο λιγότεροι από τους μισούς που έχουν πρόσβαση σε Υπηρεσίες Υγείας τελικά λαμβάνουν οποιαδήποτε περίθαλψη και φροντίδα. Πολλοί υποφέρουν σιωπηλά και στη μοναξιά τους, χωρίς να λαμβάνουν ποτέ οποιοδήποτε είδος θεραπείας.

• Ψυχικές ασθένειες όπως η αγχώδης διαταραχή, η κατάθλιψη, η διπολική διαταραχή και η σχιζοφρένεια, αποτελούν τις κυριότερες αιτίες για μειωμένη απόδοση στην εργασία, διάλυση οικογενειών ακόμη και αυτοκτονιών.

• Τα κυριότερα όμως εμπόδια για αποτελεσματική  περίθαλψη και φροντίδα είναι το στίγμα, η προκατάληψη και ο αποκλεισμός των ατόμων που αντιμετωπίζουν τέτοιες παθήσεις. Σήμερα γνωρίζουμε ότι σε όλη την ανθρώπινη ιστορία, από όλα τα προβλήματα υγείας που αφορούν  διαταραχές ή ασθένειες τίποτα δεν έχει παρεξηγηθεί στιγματιστεί ή αγνοηθεί τόσο όσο οι ψυχικές ασθένειες.

Για τους λόγους αυτούς είναι επιτακτική η ανάγκη για την προαγωγή ψυχικής υγείας με παρεμβάσεις σε τρία επίπεδα: ατομικό, κοινοτικό και κοινωνικό.

Σ’ ατομικό επίπεδο, οι παρεμβάσεις αποβλέπουν στην προώθηση της ψυχικής υγείας του ατόμου μέσα από την ενίσχυση των ικανοτήτων του και των δυνατοτήτων του, (ατομικά και πολιτικά δικαιώματά του) προκειμένου να μπορεί να ανταποκριθεί στις αντιξοότητες της ζωής, στο στρες της καθημερινότητας και σε κρίσιμα συμβάντα. Ψυχική υγεία σε ατομικό επίπεδο σημαίνει ότι μπορώ να ανταποκριθώ στις προκλήσεις της ζωής υιοθετώντας μια θετική προσέγγιση.

Σε επίπεδο κοινότητας, οι παρεμβάσεις προαγωγής ψυχικής υγείας αφορούν την ανάπτυξη δικτύων κοινωνικής υποστήριξης (τα κοινωνικά και οικονομικά δικαιώματα) αποβλέποντας στην ενεργοποίηση των πολιτών και την προώθηση της συλλογικής δράσης για την καλύτερη προάσπιση και διεκδίκηση κοινωνικών αιτημάτων. Οι έρευνες δείχνουν πως οι κοινότητες με οικονομική ανισότητα, με χαλαρούς ή ανύπαρκτους δεσμούς κοινωνικής συνοχής χαρακτηρίζονται από υψηλή εγκληματικότητα και θνησιμότητα. Αντίθετα, κοινότητες με υψηλή συμμετοχή σε συλλογικές δράσεις αναφέρονται με καλύτερα επίπεδα υγείας. 

Σε ευρύτερο επίπεδο κοινωνίας οι παρεμβάσεις θα πρέπει να αποβλέπουν  στη δημιουργία των συνθηκών εκείνων που να ευνοούν την επανένταξη κοινωνικά αποκλεισμένων ομάδων (π.χ. ψυχικά πάσχοντες, ανήλικοι παραβάτες) όπως και την εξίσωση ευκαιριών σε κοινωνικές ομάδες που βρίσκονται σε μειονεκτική θέση (π.χ. παιδιά, τρίτη ηλικία, άτομα με αναπηρίες). 

Η ευθύνη για προαγωγή της Ψυχικής Υγείας αλλά και η φροντίδα της Ψυχικής Ασθένειας δεν εναπόκειται μόνο στους «ειδικούς» και τις ανάλογες κρατικές Υπηρεσίες, εναπόκειται σε κάθε έναν από μας χωριστά αλλά και σε όλους μαζί συλλογικά.

Είμαστε κοινότητα με δικαιώματα αλλά και  υποχρεώσεις, μοιραζόμαστε όμως κοινή ταυτότητα, η οποία υπερέχει  των μεμονωμένων διαφορών μας.

Ξέρουμε ότι μαζί μπορούμε να καταφέρουμε  όσα δεν μπορούμε να πετύχουμε από μόνοι μας.



Αγγελική Μπουμπούλη,
Ψυχολόγος 

Συνεργάτης της Εταιρείας Περιφερειακής Ανάπτυξης και Ψυχικής Υγείας (Ε.Π.Α.Ψ.Υ.)

 

ΠΗΓΗ: AMARYSIA.GR

Βρίσκεστε εδώ: Home Απόψεις

Δείτε μας στο YouTube

Ακολουθήστε μας στο Twitter

 

Βρείτε μας στο Facebook