Απόψεις

 Οι συναισθηματικοί και ιδεολογικοί δεσμοί μου με την κουβανική επανάσταση ανάγονται, όπως σε πολλούς της γενιάς μου, στα χρόνια της εφηβείας.

 

Το 1981, όντας ειδικευόμενος ψυχιατρικής στο Παρίσι, αποφάσισα να εκπληρώσω το εφηβικό μου όνειρο ζωής: Να επισκεφθώ το νησί του Τσε και του Κομαντάντε.

Η ιδέα εύκολη, η υλοποίησή της δύσκολη.

Γιατί, παρά τους φιλικούς δεσμούς μου με στελέχη του τότε κραταιού κμμουνιστικού κόμματος Γαλλίας, που διαμεσολάβησαν για να κάνω αίτηση βίζας στην κουβανική πρεσβεία στο Παρίσι, το διάβημα είχε άδοξο τέλος: Τρεις μέρες πριν από την πτήση της Aeroflot μέσω Μόσχας για Αβάνα τα στελέχη της κουβανικής πρεσβείας είχαν την έμπνευση να επαληθεύσουν την πολιτική μου ένταξη και το ΚΚΕ (κομματική οργάνωση Παρισιού) έδωσε μια απάντηση που μου στέρησε τη βίζα για το ταξίδι, αφού ανήκα στους “αναθεωρητές” της κομμουνιστικής ορθοδοξίας της εποχής.

Την Κούβα την επισκέφθηκα τελικά επί Ραούλ Κάστρο, το 2011, προσπαθώντας να καταλάβω, σαν τουρίστας πια, τι είχε απομείνει από την ιδεολογική μαγεία της Επανάστασης.

Οι προηγούμενες επαφές μου στο πλαίσιο του Παγκόσμιου Οργανισμού Υγείας με Κουβανούς συναδέλφους μου είχαν ήδη θέσει σε αμφισβήτηση τις ριζοσπαστικές ιδέες μας για την αλλαγή της ασυλικής ψυχιατρικής στο βαθμό που οι Κουβανοί σύντροφοί μας ακολουθούσαν το σοβιετικό μοντέλο οργάνωσης των υπηρεσιών.

Παρακολουθώντας τη δημόσια συζήτηση μετά το θάνατο του Φιντέλ Κάστρο διαπίστωσα για μια ακόμη φορά την πρωτοκαθεδρία των πρωτόγονων ψυχολογικών μηχανισμών, τον οπαδισμό, τη χυδαιότητα και τον φανατισμό,την μισαλλοδοξία, αφήνοντας ελάχιστο χώρο, πολιτικό και ψυχικό, στην κατανόηση της έκβασης της κουβανικής εμπειρίας.

Η γνώμη μου είναι ότι η επιτυχία της κουβανικής επανάστασης, αν υπήρξε επιτυχία, ήταν ήταν πολύ περισσότερο ιδεολογική παρά υλική και κοινωνική.

Εξηγούμαι: Οι Κουβανοί επαναστάτες από το 1958 κατάφεραν να κινητοποιήσουν ένα τεράστιο συλλογικό φαντασιακό κεφάλαιο όχι μόνο στην ριζοσπαστική ευρωπαϊκή Αριστερά αλλά και στους περισσότεορυς λαούς της Λατινικής Αμερικής και του αναπτυσσόμενου κόσμου.

Ο lider maximo έλεγε για τον εαυτό του “Είμαι η Επονάσταση”… Η αγωνία της συγκάλυψης των αντιφάσεων και των ιδεολογικών ρηγμάτων μέσα στο ίδιο το κομμουνιστικό κόμμα Κούβας ήταν μακριά και επώδυνη. Στο σλόγκαν “σοσιαλισμός ή θάνατος” του καθεστώτος οι αντικαθεστωτικοί απαντούσαν “ποια η διαφορά;”.

Θα ήμουν ο τελευταίος που θα αμφισβητούσα τη συντριπτική καταπίεση που άσκησε το καθεστώς Κάστρο μέσα στη χώρα, όχι μόνο απέναντι στους αντικαθεστωτικούς νοσταλγούς της φασιστικής δικτατορίας του Μπατίστα, αλλά ακόμη και στη δημοκρατική αντιπολίτευση και τις διαφορετικές φωνές μέσα στο ίδιο του το κόμμα. Για παράδειγμα, ο Κομαντάντε Huber Matos, Comandante Della Sierra, φυλακίστηκε για 20 χρόνια σαν “εχθρός της επανάστασης”. Οπως και οι συγγενείς των Κουβανών του Μαϊάμι, ομοφυλόφιλοι, διανοούμενοι, προσωπικότητες της τέχνης και των γραμμάτων.

Ας μου επιτραπούν κάποιες παρατηρήσεις

-Θα πρέπει να συγκρίνουμε την Κούβα με την ποιότητα της δημοκρατίας των άλλων χωρών της Κεντρικής και Λατινικής Αμερικής. Η εναλλαγή φασιστικών καθεστώτων και αλλεπάλληλων σφαγών των δημοκρατών πολιτών (Αϊτή, Ονδούρα, Χιλή, Αγιος Δομήνικος κα) δεν μπορεί να συγκριθεί με τον καθεστωτισμό της κουβανικής επανάστασης.

-Μια χώρα που βρίσκεται σε εμπάργκο από το 1962 και έχει υποστεί άπειρες απόπειρες της CIA μέσα από τους εξόριστους της Φλόριντα δεν μπορεί παρά να ωθηθεί στην αγκαλιά της Σοβιετικής Ενωσης, κάτι που ήταν ριζικά διαφορετικό από τις αρχικές επιλογές των ηγετών της Επανάστασης

-Η απόλυτη φτώχεια του πληθυσμού, η έλλειψη στοιχειωδών μέσων διαβίωσης, έκανε τα φορτία του ζαχαροκάλαμου προς την πρώην ΕΣΣΔ να μετατρέπονται σε πετρέλαιο και τεχνικό εξοπλισμό.
Το επίπεδο αλφαβητισμού και διεθνισμού του μέσου Κουβανού, όπως και το επίπεδο της πρωτοβάθμιας φροντίδας υγείας παρά τις τρομακτικές ελλείψεις, δεν συγκρίνονται με καμία άλλη χώρα της Λατινικής Αμερικής.
Η εξαγωγή Κουβανών γιατρών σε Αγκόλα, Αιθιοπία, Γουατεμάλα, Σαλαβαδόρ, Νικαράγουα έκαναν τους Κουβανύς να αισθάνονται βαθιά υπερήφανοι, γιατί όχι μόνο αντιστέκονταν σε μια αμερικανική εισβολή, αλλά βοηθούσαν και στην εξάπλωση των ιδεών τους μέσα από την πραγματική συμμετοχή σε χώρες που είχαν ανάγκη. Συμμετοχή χωρίς αμοιβή, με όραμα την καλύτερη υγεία των δοκιμαζόμενων λαών.

Μόνο γι αυτό το συναίσθημα υπερηφάνειας του κουβανικού λαού, και πέρα από άγριες εξιδανικεύσεις, αξίζει να σκεφτούμε τη ζωή ενός υποκειμένου που δημιούργησε ιστορία με μεγαλύτερη περισσυλλογή και σεβασμό. 

 

ΠΗΓΗ: tvxs.gr

Ο Ντόναλντ Τραμπ δεν θα μπορούσε να βρεθεί σε κανένα ψυχαναλυτικό ντιβάνι, ούτε να ζητήσει την παραμικρή βοήθεια από επαγγελματία ψυχικής υγείας. Είναι ο τύπος της ναρκισσιστικής προσωπικότητας που έχοντας μια ειδική παθολογία του υπερεγώ του, δηλαδή την ισχνή εσωτερίκευση νόμων και κανόνων ηθικής, επιτίθεται στους αντιπάλους του με φθόνο, οργή και ακραία ένταση.

 

Για την αυταρχική προσωπικότητα του Τραμπ, έτσι όπως την περιέγραφαν η σχολή της Φρανκφούρτης (Τ. Αντόρνο 1950) και η σύγχρονη ψυχανάλυση, οι πρωτόγονες αμυντικές διεργασίες, όπως διχοτόμηση (καλό-κακό), ακατέργαστη εξιδανίκευση του εαυτού («η Αμερική είμαι εγώ και θα την κάνω ξανά μεγάλη»), δεν τον αφήνουν να αρκείται στην ήττα του αντιπάλου. Η κακοήθης επιθετικότητα και καταστροφικότητα αυτής της κουλτούρας του ναρκισσισμού τον οδηγεί στο να διατυπώνει ανερυθρίαστα ότι ο χαμένος (loser) πρέπει να είναι ταπεινωμένος, αποκλεισμένος, αντικείμενο απόρριψης ενώ ο νικητής στον καπιταλιστικό του κόσμο πρέπει να τα παίρνει όλα (winners take all).

Μια προσωπικότητα που λέει χωρίς ίχνος ενοχής απευθυνόμενος στο θρησκευτικό του ακροατήριο ότι τα δύο αγαπημένα του βιβλία είναι πρώτα η Βίβλος και μετά «The art of the deal» τροφοδοτεί μια αυταρχική δεξιόστροφη και χυδαία ιδεολογία λαϊκισμού με ένα ύφος ρητορικής που υπονοεί ότι, όπως αυτός, όλοι που τον ακολουθούν μπορούν να ζήσουν χωρίς στερήσεις, πένθη, επώδυνες καταστάσεις.

Αυτός ο λαϊκισμός της τιμωρίας του «συστήματος», της παρηγοριάς των «θυμάτων» του και της ελπίδας για αποκατάσταση της πληγωμένης ταυτότητας του αμερικανικού έθνους καταφέρνει να διεγείρει το συλλογικό φαντασιακό όλων εκείνων που αισθάνονται αποκλεισμένοι και αδικημένοι από τις ελίτ. Η οδύνη και ο θυμός των περιθωριοποιημένων γίνονται μοχλός ταύτισης με τη σαγήνη και την ευφορία που ασκεί μια διαστροφική προσωπικότητα, με την υπόσχεση ότι «θα είμαι η φωνή σας, ακόμη και αν και οι δύο ξέρουμε, ο λαός και εγώ, μέσα από μια συμφωνία διάψευσης, ότι όλα αυτά που υπόσχομαι δεν μπορούν να πραγματοποιηθούν».

Η συναισθηματική δημοκρατία, ο θρίαμβος του θυμικού και της εκφόρτισης των πολλών απέναντι στην αποξένωση των κυρίαρχων μειοψηφιών, καταφέρνει και αποκωδικοποιεί με άμεσο τρόπο τον θυμό, την απελπισία και την προσδοκία του ψηφοφόρου. Η ήττα του ορθολογισμού είναι τόσο συντριπτική ώστε στο πρόταγμα του Τραμπ «Τι έχετε να χάσετε; Ψηφίστε με» συσκοτίζονται από το συλλογικό φαντασιακό οι δομικές αντιφάσεις του λόγου του: ταξική ψήφος, μισογυνισμός, σεξισμός, προκατάληψη και τιμωρία απέναντι στις μειονότητες, απομονωτισμός μια ανοιχτής αγοράς και εθνικιστική περιχαράκωση ως απάντηση στην παγκοσμιοποίηση.

Απέναντι στην έμπειρη αντίπαλό του Χίλαρι Κλίντον, εκπρόσωπο για τον μέσο Αμερικανό του 1%, ο Τραμπ προβλήθηκε ως ο αυθεντικός εκφραστής της διαμαρτυρίας και του αδιεξόδου του σύγχρονου πολιτισμού, των μύθων, των κοινωνικών και πολιτικών θεσμών των ΗΠΑ. Στην ουσία το υποκείμενο συγχωνεύεται στη μάζα και ο δισεκατομμυριούχος γίνεται ο ψυχικός, όχι μόνο ο πολιτικός, εκπρόσωπος μιας αγέλης η οποία κινείται με βάση τα πιο χαμηλά και σκοτεινά ένστικτα.

Στην ειδική περίπτωση του λαϊκιστή Τραμπ, πέρα από τις αναλογίες με άλλους ηγέτες της ευρωπαϊκής Ακροδεξιάς, η προσωπικότητά του είναι η ίδια η πολιτική του.

Πρόκειται για στρέβλωση της αρχής της πραγματικότητας μέσα από την απλουστευτική συνθηματολογική μεταφορά του «επιχειρείν» στο «κυβερνάν». Με άλλα λόγια, χωρίς την παραμικρή εσωτερίκευση ενοχής, προβάλλει ως συλλογικό ιδεώδες το ατομικό επαγγελματικό και προσωπικό του μοντέλο («είμαι έξυπνος, δεν πληρώνω φόρους, έχω ό,τι θέλω, είμαι νικητής»).

Μετά τη διάψευση της εντύπωσης που δημιουργήθηκε για άνετη νίκη της Χίλαρι Κλίντον δεν έχουμε πλέον την πολυτέλεια του νηφάλιου εφησυχασμού απέναντι στην επικράτηση τέτοιου καταστροφικού λαϊκισμού. Οφείλουμε να ξανασκεφθούμε από την αρχή τρία πράγματα:

- Γιατί οι «ελίτ» ή ο δημοκρατικός προοδευτικός κόσμος της Αμερικής στάθηκε ανίκανος να αφουγκραστεί, να κατανοήσει και να δώσει πειστικές απαντήσεις σε οξυμμένα λαϊκά και κοινωνικά προβλήματα; Μήπως, όπως συμβαίνει και στην Ευρώπη, κάθε αίτημα για στήριξη του λαϊκού δαιμονοποιήθηκε ως λαϊκισμός;

- Η ανάλυση της κουλτούρας της νέας Δεξιάς, που δεν καταστρέφει κάτι αλλά το εμποδίζει να γεννηθεί, τόσο στις ΗΠΑ όσο και στην Ευρώπη, πρέπει να γίνει και με όρους ψυχολογικής κατανόησης του συλλογικού φαντασιακού: η κατανάλωση, το μάρκετινγκ, η πολιτική ως διαφημιστικό προϊόν, η επιθυμία για απόδραση και διασκέδαση, η σεξουαλικότητα χωρίς αναστολές, η ελπίδα για μακρά νεότητα, η προσδοκία για ευημερία, η λατρεία του fitness, ο θρίαμβος του ατομικισμού όλα αυτά είναι στοιχεία του «μειλίχιου τέρατος» (Ρ. Σιμόνε, 2008) που διαβρώνει συστηματικά την υποκειμενική ταυτότητα, τον ψυχισμό, διαλύει την ηθική διακήρυξη της Αριστεράς για αλληλεγγύη και ευσπλαχνία.

- Πρέπει να εμπλουτίσουμε τα αναλυτικά μας εργαλεία μέσα από μια διεπιστημονική προσέγγιση σε συνάρθρωση με στοχευμένες πολιτικές και κοινωνικές δράσεις που να απαντούν σε συγκεκριμένα προβλήματα. Οι κοινωνιολόγοι, οι ανθρωπολόγοι, οι ψυχαναλυτές, οι κοινωνικοί ψυχολόγοι ίσως έχουν πολύ μεγαλύτερη χρησιμότητα στα πολιτικά επιτελεία από τους επικοινωνιολόγους και τους δημοσκόπους.
 
Ο κ. Στέλιος Στυλιανίδης είναι καθηγητής Κοινωνικής Ψυχιατρικής στο Πάντειο Πανεπιστήμιο Αθηνών.
 
 
ΠΗΓΗ: tovima.gr

Η ακούσια νοσηλεία πάντα αποτελούσε ένα αμφιλεγόμενο θέμα στην ψυχιατρική, λόγω των περιορισμών που επιβάλλει στα δικαιώματα των ψυχικά πασχόντων, λόγω της στέρησης της ελευθερίας και της αυτονομίας τους, της προσβολής της αξιοπρέπειάς τους και του στιγματισμού των ίδιων και των οικογενειών τους. 

 

 

H «Μελέτη ακούσιων νοσηλειών στην Αθήνα» (Μ.Α.Ν.Α) είναι ένα ερευνητικό πρόγραμμα (2011-2016), το οποίο υλοποιείται από την ΕΠΑΨΥ και το Πάντειο Πανεπιστήμιο υπό την επιστημονική ευθύνη του Ψυχίατρου-Ψυχαναλυτή και Καθηγητή Κοινωνικής Ψυχιατρικής στο Πάντειο Πανεπιστήμιο, Στέλιο Στυλιανίδη. Η διεπιστημονική ερευνητική ομάδα αποτελείται από τους: Λίλη-Ευαγγελία Πέππου, Νεκτάριο Δρακωνάκη, Αιμιλία Πανάγου, Κυριάκο Σουλιώτη, Κυριακή Τσίκου, Γεωργία-Όλγα Ιατροπούλου, Νικόλαο Νακόπουλο, Σοφία Νικολαϊδη.

Το πρόγραμμα περιλαμβάνει διάφορες υπό-έρευνες για την πολύπλευρη κατανόηση του ζητήματος (π.χ. τη διετή έκβαση τα ακούσιας νοσηλείας, την υποκειμενική άποψη των ακούσια νοσηλευόμενων ασθενών σχετικά με την καταναγκαστική φύση της νοσηλείας, τις στάσεις των επαγγελματιών ψυχικής υγείας απέναντι στην ψυχική ασθένεια και την ακούσια νοσηλεία, τη χρήση της μηχανικής καθήλωσης, κ.ά.). Η προσπάθεια αυτή έχει ως απώτερο στόχο να αναδειχτεί το ζήτημα των ακούσιων νοσηλειών σε θέμα υψίστης σημασίας στην ατζέντα της πολιτικής για την ψυχική υγεία.

Είναι ενδεικτικό ότι το 2011, τo 57,4% των νοσηλειών του ΨΝΑ ήταν ακούσιες,  με το 69,8% αυτών να ενεργοποιούνται από συγγενικά πρόσωπα και το 30,2% να εκτελούνται αυτεπάγγελτα. Στο 55% των περιπτώσεων ακούσιας νοσηλείας στο Ψ.Ν.Α., αιτία ενεργοποίησής της είναι η «επιθετικότητα» και στο 34,2% η «ασυνέχεια στην φαρμακευτική αγωγή», παράγοντες οι οποίοι δεν αποτελούν απαραίτητα στοιχεία ψυχοπαθολογίας του ατόμου, αλλά συχνά αποδίδονται στην αντίληψη του οικογενειακού και κοινωνικού περιβάλλοντος, στα κενά στην περίθαλψη και σε έλλειμμα συνέχειας στη φροντίδα στην κοινότητα.

Ωστόσο, ανησυχία προκαλεί το εύρημα πως από το 2012 και μετά το ποσοστό των ακούσιων νοσηλειών αυξάνεται ραγδαία: από 56,6% το 2012  σε 63,5% το 2013 και 74,5% το 2014! Όσον αφορά δε τα περιοριστικά μέτρα στην αναγκαστική νοσηλεία, σχετική έρευνα σε ένα Τμήμα Ψυχιατρικού Νοσοκομείου και σε ένα Ψυχιατρικό Τμήμα Γενικού Νοσοκομείου στην Αττική τον Νοέμβριο του 2015 κατέδειξε ότι το 25% των ασθενών αυτών καθηλώθηκε μηχανικά κατά τη νοσηλεία του. Σημειώνεται ότι το «ανοικτό» ή «κλειστό» Τμήμα δεν φαίνεται να επηρεάζει τα παραπάνω, ενώ, αντίθετα, η έλλειψη νοσηλευτικού προσωπικού, το έλλειμμα κατάλληλης εκπαίδευσης  και η δυσκολία εφαρμογής τεχνικών αποκλιμάκωσης, φαίνεται να επηρεάζουν τη χρήση αυτού του καταναγκαστικού μέτρου σε ασθενείς.

Τα αποτελέσματα αυτά, πέραν της ποσοτικής αύξησης των αναγκαστικών νοσηλειών και αυτής των μηχανικών καθηλώσεων στα ψυχιατρικά τμήματα, αναδεικνύουν δομικές δυσλειτουργίες σε όλο το «σύστημα υπηρεσιών ψυχικής υγείας» στη χώρα μας. Ενδεικτικά, αναφέρεται η πλημμελής ή μη εφαρμογή του νόμου περί αναγκαστικών νοσηλειών, ο «κοινωνικός αυτοματισμός» μεταξύ ψυχιατρικού και δικαστικού συστήματος, ώστε να προκρίνεται ως μέσο ρουτίνας η «λύση» της αναγκαστικής νοσηλείας, το έλλειμμα συνέχειας της φροντίδας και των κοινοτικών δομών ψυχιατρικής φροντίδας, ο κατακερματισμός και ο χαμηλού επιπέδου συντονισμός μεταξύ των υπηρεσιών, καθώς και η ανεπαρκής εκπαίδευση των επαγγελματιών ψυχικής υγείας.

Στην Ελλάδα αυτή τη στιγμή υπάρχει ένα σχέδιο νόμου για τη διοικητική μεταρρύθμιση και αποκέντρωση των δομών ψυχικής υγείας, χωρίς ωστόσο να υπάρχει στρατηγικός εθνικός σχεδιασμός.  Όσον αφορά τη διακήρυξη του Υπουργού Υγείας που περιλαμβάνει τις βασικές αρχές της ψυχιατρικής μεταρρύθμισης, όπως η προσπάθεια εξεύρεσης συναινέσεων και η εγκατάλειψη της ασυλικής περίθαλψης προς όφελος της κοινοτικής ψυχιατρικής φροντίδας, πρόκειται για μια γενική διατύπωση ενός προγραμματικού λόγου. Για το λόγο αυτό,  αναφέρεται  παρακάτω μια σειρά από ειδικές παρατηρήσεις με πιο σημαντική, την ψήφιση του νομοσχεδίου για την οργάνωση του συστήματος με αναγκαίες διορθώσεις  που θα το καθιστούν πιο λειτουργικό, αποτελεσματικό και λιγότερο γραφειοκρατικό.

Το νομοσχέδιο κινείται προς μία κατεύθυνση εκδημοκρατισμού και αποκέντρωσης του συστήματος, υπό την προϋπόθεση ότι θα μπορέσει να υπάρξει δυνατότητα στελέχωσης, υποστήριξης, λειτουργικών εξόδων, με πρόβλεψη εθνικών πόρων ή πόρων από το ΕΣΠΑ. Έχει τεράστια σημασία παρόλα αυτά, ποια άτομα θα αναλάβουν τη στελέχωση αυτού του αποκεντρωμένου συστήματος.

Πέρα όμως από τα παραπάνω, τα κενά τα οποία αναδεικνύει η έρευνα δεν περιορίζονται στο θέμα θεραπευτικής διαχείρισης των ασθενών, αλλά επεκτείνονται στο ζήτημα της παραβίασης θεμελιωδών δικαιωμάτων τους.

Ο νόμος 2071/92, που αναμόρφωσε εξ ολοκλήρου τον θεσμό της ακούσιας νοσηλείας, ήταν ένας δημοκρατικός νόμος υπό την προϋπόθεση όμως ότι θα εφαρμόζεται. Οι νεοτερισμοί του νόμου, στην πράξη, φάνηκαν εξαιρετικά δύσκολα αφομοιώσιμοι, τόσο από τη Διοίκηση και τη Δικαιοσύνη όσο και από τους ίδιους τους ψυχιάτρους. Οι αντιδράσεις από το ’92 μέχρι σήμερα, κινήθηκαν σε μια ελάχιστα εναρμονισμένη κατεύθυνση με το νέο σύστημα, κυρίως σε ό,τι αφορά την τήρηση των αυστηρών προθεσμιών για τη στέρηση ελευθερίας ενός ατόμου. Η διοικητική αυτή πρακτική εξελίσσεται ερήμην του νόμου και σε βάρος πάντα, των δικαιωμάτων του ατόμου. Και έτσι η αυτονόητη σε ένα κράτος δικαίου αρχή ότι κανείς δεν στερείται την ελευθερία του χωρίς μία σοβαρή δίκη έφτασε, στην πράξη, να είναι ζητούμενο στη χώρα μας.

Την ίδια δε στιγμή κατά την οποία η νέα τάση που διαμορφώνεται στα συστήματα υγείας των αναπτυγμένων χωρών θέλει τους ασθενείς να συμμετέχουν ενεργά όχι μόνο στις αποφάσεις που τους αφορούν σε ατομικό επίπεδο αλλά και ευρύτερα στον σχεδιασμό της πολιτικής υγείας, γίνεται αντιληπτό ότι στην περίπτωση των ψυχικά πασχόντων η χώρα μας εμφανίζει ένα σημαντικό έλλειμμα δημοκρατίας.

Αυτό διότι, δυστυχώς, λόγω της έντασης του φαινομένου, η εξήγηση η οποία μπορεί να δοθεί για την ως άνω διαχείριση δεν εξαντλείται στα επιβεβαιωμένα κενά του συστήματος υγείας (σε οικονομικούς πόρους, υποδομές, εξειδίκευση κ.λπ.), αλλά οφείλει να λάβει υπόψη τα ιδιαίτερα χαρακτηριστικά των συγκεκριμένων ασθενών, όπως π.χ. η (μη) δυνατότητά τους για άσκηση πίεσης, διεκδίκηση δικαιωμάτων, παρεμβάσεις στην χάραξη πολιτικής υγείας κ.ά. Για τον λόγο αυτό, η ερευνητική ομάδα αναφέρεται σε έλλειμμα Δημοκρατίας στην Υγεία, υπό την έννοια ότι τόσο κατά τη λήψη αποφάσεων σε ατομικό επίπεδο όσο και κατά τον συνολικό σχεδιασμό της πολιτικής για την ψυχική υγεία, η παρουσία και εκπροσώπηση των ασθενών, αντίστοιχα, είναι υποτυπώδης ή/και προσχηματική.

Υπό το πρίσμα αυτό, η ερευνητική ομάδα θεωρεί ότι η επέκταση μιας τέτοιας έρευνας, η οποία αναδεικνύει την επιστημονική, θεραπευτική, ηθική και πολιτική διάσταση του προβλήματος και σε άλλες Νότιες Ευρωπαϊκές χώρες (Ισπανία, Ιταλία, Πορτογαλία) που μαστίζονται από την κρίση σε σύγκριση με την υπάρχουσα κατάσταση της υπόλοιπης Ευρώπης, είναι απαραίτητη για την ανάδειξη όλων των πτυχών του ζητήματος αλλά και την αναζήτηση βέλτιστων πρακτικών. Μια τέτοια προοπτική ελπίζουμε ότι θα στηριχθεί ενεργά από τους Έλληνες και ξένους προοδευτικούς Βουλευτές, Ευρωβουλευτές και θεσμικούς παράγοντες.

Ίσως αξίζει να σκεφτούμε συλλογικά ξανά το πρόσταγμα του FRANCO BASAGLIA: «Ενάντια στην απαισιοδοξία της λογικής, για την αισιοδοξία της πράξης».

1. Για το ζήτημα της Δημοκρατίας στην υγεία βλ. ενδεικτικά: Σουλιώτης Κ. (επιμ.): «Δημοκρατία, Πολίτες και Πολιτική Υγείας. Συμμετοχή στη Λήψη Αποφάσεων - Ομάδες Πίεσης και Συμφερόντων - Σύλλογοι Ασθενών», Εκδόσεις Παπαζήσης, Αθήνα 2014, ενώ ειδικά για τα δικαιώματα των ψυχικά πασχόντων: Στυλιανίδης Σ. (επιμ.): «Ενδυνάμωση και συνηγορία. Για μια δημοκρατία της ψυχικής υγείας», Εκδόσεις Τόπος, Αθήνα 2016.

 

* Το κείμενο υπογράφουν

  • Στέλιος Στυλιανίδης, Ψυχίατρος-Ψυχαναλυτής, Καθηγητής Κοινωνικής Ψυχιατρικής, Πάντειο Πανεπιστήμιο, Επιστημονικός Σύμβουλος ΕΠΑΨΥ
  • Λίλη-Ευαγγελία Πέππου, Ψυχολόγος, ΕΠΑΨΥ
  • Κυριάκος Σουλιώτης, Αναπληρωτής Καθηγητής Πολιτικής Υγείας, Σχολή Κοινωνικών και Πολιτικών Επιστημών Πανεπιστημίου Πελοποννήσου

 

ΠΗΓΗ: tvxs.gr

Oσοι κατέγραφαν στα κινητά τους την πτώση του ήδη νεκρού σώματος στο κρατίδιο της Θουριγγίας έχουν βρει το δικό τους αντίδοτο. Ξεγελούν τον θάνατο καταγράφοντάς τον.

 

«Περαστικοί φώναζαν “πήδα” προτού ο έφηβος μετανάστης πηδήξει από τον πέμπτο όροφο του συγκροτήματος κατοικιών στην πόλη της ανατολικής Γερμανίας με αποτέλεσμα να σκοτωθεί, δήλωσε ο δήμαρχος της πόλης. Από τα διπλανά μπαλκόνια γείτονες απαθανάτιζαν το γεγονός στα κινητά τους».

Ένας πολλαπλά χρήσιμος θάνατος. Ναι! Το γνωρίζουμε πλέον καλά, η εποχή μας ακόμα και τον θάνατο τον καθιστά ευτελές παίγνιο στα χέρια απελπισμένων ή ήδη νεκρών ανθρώπων.

Άνθρωποι προϊόντα μιας ανελέητης εποχής. Η κάθε εποχή κατοικείται από τους κατοίκους που της αρμόζουν. Άθλιες εποχές εκτρέφουν άθλιους ανθρώπους.

Αδιανόητοι άνθρωποι γράφουν την ιστορία μιας αδιανόητης εποχής. Το αίμα, το μίσος για τον άλλον που έντεχνα κρύβει το μίσος για τον εαυτό.

Εναν εαυτό όλο και πιο ανήμπορο, όλο και πιο διατεθειμένο να αδειάζει από μέσα του όλα εκείνα τα στοιχεία που συγκροτούν αυτό που λέμε «άνθρωπος»: την επιείκεια, την ευμένεια, τη συμπόνια, την αποδοχή του άλλου.

Για να αντέξεις τη βαρβαρότητα που υφίστασαι γίνεσαι ο ίδιος βάρβαρος; Aρκεί αυτή η γενίκευση; Πόσο απαλλασσόμεθα μέσα από αυτά τα γενικόλογα και κάπου, κάπως, καταπραϋντικά σχήματα που κατά καιρούς χρησιμοποιούμε. Ως άλλοθι; Ως αντίδοτο στον θάνατο; Yπάρχει αντίδοτο;

Όσοι κατέγραφαν στα κινητά τους την πτώση του ήδη νεκρού σώματος στο κρατίδιο της Θουριγγίας έχουν βρει το δικό τους αντίδοτο. Ξεγελούν τον θάνατο καταγράφοντάς τον.

Ξεγελούν την αθλιότητα της ύπαρξής τους φωνάζοντας «άντε πήδα» στον νεαρό. Γίνονται δήμιοι. Ο δήμιος είναι οχυρωμένος. Ο δήμιος δεν είναι θύμα. Ο δήμιος τρέφεται από το αίμα του άλλου και γλιτώνει από την αίσθηση ότι και ο ίδιος είναι μελλοθάνατος.

Τώρα συμβαίνει στην Ανατολική Γερμανία, αλλά δεν είναι καθόλου μακριά μας. Είναι δίπλα μας, μέσα μας. Δεν πρόκειται μόνο για την ηδονοβλεπτική όραση του σώματος του νεαρού μετανάστη που πέφτει, είναι το δικό μας σώμα που βυθίζεται στο κενό. Σε μια μαύρη τρύπα χωρίς όρια.

Η καθημερινή βία φασιστικών μορφωμάτων στον τόπο μας και στην Ευρώπη, το κοινότοπο της βίας, της εγκατάλειψης μέσα στην κρίση, της καθημερινής παραβίασης των δικαιωμάτων των πολιτών για μια αξιοπρεπή πρόσβαση σε διαλυμένες υπηρεσίες ψυχικής υγείας, δεν συγκαλύπτονται με εράνους ή φιλανθρωπικές δράσεις απέναντι στο απέραντο αβοήθητο ανθρώπινο τοπίο.

Εξάλλου, η ίδια η εκδραμάτιση του προσφυγικού ζητήματος γίνεται από πολλούς σαν αντικείμενο εκμετάλλευσης ενός εσωκομματικού παιχνιδιού με γεωγραφικά και οικονομικά οφέλη.

Είναι ο ίδιος ο κανιβαλισμός της αγέλης που κυριαρχεί στον δημόσιο διάλογο. Ο,τι δεν συμφωνεί με εμένα είναι απέναντί μου, το διαφορετικό πρέπει να φιμωθεί ή να εξαφανιστεί. Η αγέλη θέλει θέαμα και αίμα ακόμα και αν αυτό προσφέρεται από έναν αυτοκτονικό μετανάστη.

Κι εμείς οι «ευαίσθητοι πολίτες» πώς διαχειριζόμαστε τη φρίκη; Πόσο δεν ζούμε κι εμείς μαζί της, έχοντας μάλιστα ένα πλεονέκτημα έναντι των άλλων. Τη δήθεν ανθρωπιά μας, εκείνη που μας παροτρύνει, και καλά, να διαφοροποιούμαστε από τα κτήνη και να τα καταγγέλλουμε.

Πόσο μεγάλο το ναρκισσιστικό όφελος που αντλούμε μέσα από μια τόσο εύκολη και ανέξοδη καταγγελία της φρίκης;

Πόσο αυτή η κοινωνία, που όλα τα αλέθει και τα πολτοποιεί, δεν έχει τη δύναμη ακόμα και τον καταγγελτικό λόγο, ακόμα και το συναίσθημα της αγανάκτησης απέναντι στο αποτρόπαιο, να το αφυδατώνει, να το αδειάζει από την όποια του δύναμη; «Υποφέροντας εξ αποστάσεως» όπως θα έλεγε μέσα από το ομώνυμο έργο του ο Μπολτάνσκι, «souffrance à distance».

Μια έγνοια εξ αποστάσεως για τον αναξιοπαθούντα επιχειρούμε κι εμείς εδώ. Κομμάτι κι εμείς μιας κοινωνίας του θεάματος που έτσι κι αλλιώς ψευτίζει τα συναισθήματα και τα στερεί από τη δύναμή τους και τα εγκαταλείπει σε ένα «ως εάν» (as if) λόγο, αφυδατωμένο και αποξενωμένο από την όποια αλήθεια και δύναμή του.

Η φρίκη δεν κατευνάζεται με το να την αναδεικνύεις. Η καταγγελία της φρίκης δεν μας απαλλάσσει από το μερίδιό μας σε αυτήν. Η φρίκη μάς αφορά και δεν μας εξιλεώνει η καταγγελία της.

Η εύκολη και ανέξοδη καταγγελία της μέσα σε λίγες γραμμές που και αυτές θα ενσωματωθούν στην αδηφάγο κοινωνία του θεάματος.

Αν κάτι μας ανατριχιάζει λοιπόν είναι το γεγονός ότι και η σκέψη μας, ναι αυτό το τελευταίο προπύργιο της ανθρώπινής μας υπόστασης, το γεγονός δηλαδή ότι μπορούμε ακόμα να καταγγέλλουμε τη φρίκη, ότι μπορούμε ακόμα να αντιλαμβανόμαστε το ισχνό όριο που χωρίζει το παθολογικό από το φυσιολογικό, ακόμα και αυτή η σκέψη μας κινδυνεύει να μπει στην υπηρεσία της θεαματικοποίησης.

Ακόμα και αυτή η σκέψη μας, το ύστατο ανάχωμα στον θάνατο, γίνεται ένα κομμάτι στην υπηρεσία της διαχείρισής του. Η κοινοτοπία του κακού ερωτοτροπεί επικίνδυνα με τη σκέψη μας. Και αυτή είναι ίσως η μεγαλύτερη ήττα μας…

Πέρα από τις διακηρύξεις για «επανίδρυση» του κράτους και των θεσμών, ίσως το πιο επείγον είναι η επανίδρυση του εαυτού μας.

Με τη φρίκη που αυτή αναπόφευκτα εμπεριέχει…

 

Φωτεινή Τσαλίκογλου: καθηγήτρια Ψυχολογίας, συγγραφέας,

Στέλιος Στυλιανίδης: ψυχίατρος-ψυχαναλυτής, καθηγητής Κοινωνικής Ψυχιατρικής, Πάντειο Πανεπιστήμιο

 

 

 

Απορίες για τον χορό της αυταπάτης και των διαψεύσεων

Στις 29/6/2013, σε μια γνωστή πολιτική εκπομπή της ιταλικής τηλεόρασης, ο αριστερός σκηνοθέτης Νάνι Μορέτι (φωτό δεξιά) απευθύνθηκε στον τότε γραμματέα του PD Μάσιμο ντ’ Αλέμα με μια φράση που έμεινε χαραγμένη στον ματαιωμένο κόσμο της ιταλικής Αριστεράς: «Σύντροφε Ντ’ Αλέμα, πες κάτι αριστερό ή τουλάχιστον πες κάτι».

Επειτα από δεκαοκτώ μήνες διακυβέρνησης πρώτη φορά Αριστεράς και προερχόμενος από τις τάξεις της Ανανεωτικής Αριστεράς θέλω να διατυπώσω τρεις βασικές απορίες γι’ αυτή τη σύντομη αλλά ιστορική εμπειρία στη χώρα μας.

Είναι απορίες που δεν αποτιμούν το σύνολο της διακυβέρνησης αλλά θέτουν σχηματικά ορισμένα θέματα που συνδέονται με την ιστορική κουλτούρα της Αριστεράς.

1. Η Αριστερά έχει, άραγε, ηθικό πλεονέκτημα απέναντι στους ιστορικούς της αντιπάλους;

Μια θεμελιώδης διάκριση ανάμεσα στην ανομία, τη διαφθορά και τον πελατειασμό του παλαιού πολιτικού συστήματος εξουσίας και του νέου θα έπρεπε να είναι η αξιακή υπεροχή, αυτό που ο Ενρ. Μπερλίνγκουερ ονόμασε το 1981 ηθικό πλεονέκτημα της Αριστεράς, σχετικά με την άλωση του κράτους.

Ακούω συχνά από φίλους και στελέχη της κυβερνώσας Αριστεράς το βασικό επιχείρημα ότι αν δεν αντικαταστήσουμε τα παλαιά στελέχη και μηχανισμούς που αντιστέκονται σε κάθε προοδευτική μεταρρύθμιση με δικούς μας ανθρώπους, τότε το πρόταγμα αλλαγής που επαγγέλλεται η Αριστερά παραμένει μετέωρο.

Οσο, όμως, χρησιμοποιούνται τα ίδια μέσα αναπαραγωγής του πελατειασμού για έναν άλλο σκοπό, τελικά ακυρώνεται ο ίδιος ο σκοπός. Ενδεικτικά παραδείγματα:

■ Ο «πόλεμος κατά της ολιγαρχίας» γίνεται επιλεκτικά και αποσπασματικά μέσα από την αντικατάσταση του παλαιού κατεστημένου διαπλοκής με μια νέα γενιά παραγόντων της αγοράς που δεν διακρίνονται ούτε για τη διαφάνεια της επιχειρηματικής τους δραστηριότητας ούτε για την απόστασή τους από την κυβέρνηση.

■ Η αντικατάσταση πολλών ανώτερων στελεχών της διοίκησης με τεκμηριωμένη τεχνοκρατική εμπειρία και αποτελεσματικό έργο με στελέχη των οποίων τα βιογραφικά περιορίζονται στις κομματικές περγαμηνές είναι ένας ισχυρός δείκτης αλλοτρίωσης συνειδήσεων μέσα από τον βολονταρισμό άλωσης του κράτους.

Η κουλτούρα της Αριστεράς για την αριστεία, την αξιοκρατία και την πρόοδο αντικαθίσταται από ένα χυδαίο παιχνίδι κομματικών κύκλων επιρροής.

■ Το πρόταγμα της κοινωνικής δικαιοσύνης, της αναδιανομής του πλούτου και της προστασίας των φτωχοποιημένων στρωμάτων-θυμάτων της νεοφιλελεύθερης λαίλαπας δεν υπηρετείται με την άκριτη υπερφορολόγηση της μεσαίας τάξης (μισθωτών και συνταξιούχων, ελεύθερων επαγγελματιών και μικρομεσαίων επιχειρήσεων), αφήνοντας ανέγγιχτη τη μαύρη οικονομία, τo λαθρεμπόριo και τον παρασιτισμό που συνδέεται ακόμη και τώρα με το κράτος.

2. Γιατί η Αριστερά φοβάται τη γνώση και την καινοτομία;

Με το τρίτο Mνημόνιο συνεχίζεται η απουσία εθνικού σχεδίου για την παραγωγική ανασυγκρότηση της Ελλάδας, την ανάδειξη νησίδων καινοτομίας, τη διαμόρφωση φιλικού περιβάλλοντος για νέες επενδύσεις, τη δημιουργία ερευνητικών πανεπιστημιακών κέντρων που να συνδέονται με τις αναπτυξιακές ανάγκες της χώρας.

Τι είναι αυτό που εμποδίζει τους υπεύθυνους υπουργούς και τα επιτελεία τους να διευρύνουν έναν κύκλο συνεργασιών-συμμαχιών προσφοράς τεχνογνωσίας προκειμένου να θέσουν στόχους, συνεκτική μεθοδολογία και αξιολόγηση στην πραγμάτωση ενός άλλου αναπτυξιακού σχεδίου για τη χώρα;

Πώς μπορεί να ερμηνευτεί η δομική καχυποψία απέναντι σε πολλαπλές προτάσεις καινοτομίας που υποβάλλονται (π.χ. στο πλαίσιο του ΕΣΠΑ) σε κάθε αρμόδιο υπουργείο και που θα μπορούσαν να αλλάξουν τόσο την υφεσιακή κατάσταση όσο και την αξιοπιστία της χώρας απέναντι στους ξένους εταίρους; Μέσα από ποια υπόθεση εργασίας αναβάθμισης της Παιδείας αντλείται το επιχείρημα-κλείσιμο του ματιού κατάργησης των πανελλαδικών εξετάσεων για την είσοδο σε χαμηλής ζήτησης σχολές;

Η διστακτικότητα απέναντι σε κάθε μορφής συνέργεια ιδιωτικού-δημόσιου προς όφελος του δημόσιου χαρακτήρα των πανεπιστημίων και προς ενίσχυση της καταρρέουσας υλικοτεχνικής υποδομής τους στηρίζεται, άραγε, στην ιδεοληψία διχοτόμησης δημόσιου (καλού) - ιδιωτικού (κακού);

Η αντιμετώπιση της ανθρωπιστικής κρίσης (κεντρικό προεκλογικό σύνθημα του ΣΥΡΙΖΑ) μπορεί να περιορίζεται στην ενίσχυση των κοινωνικών παντοπωλείων και ιατρείων με την Tοπική Aυτοδιοίκηση χωρίς την ύπαρξη συγκροτημένου εθνικού σχεδίου για την αναβάθμιση της υγείας, της ψυχικής υγείας και της πρόνοιας;

Η προσφερόμενη ξένη τεχνογνωσία αλλά και η συσσωρευμένη εμπειρία στα ΑΕΙ από δίκτυα ξένων συνεργασιών δεν θα έπρεπε να μας οδηγεί να ανακαλύπτουμε τον τροχό το 2016.

Οι νησίδες καινοτομίας και οι καλές πρακτικές, ακόμη και στη χώρα μας, υπάρχουν και τυγχάνουν αναγνώρισης από διεθνείς εταίρους, αλλά συσκοτίζονται παντελώς από τους τοποτηρητές της κομματικής ορθότητας.

3. Ο αριστερός λαϊκισμός αποτελεί ορθολογικό τρόπο ανάλυσης της πραγματικότητας και των παθογενειών της;

Οι διακηρύξεις για την επιστροφή στην προ μνημονίου κατάσταση, η διέγερση του συλλογικού θυμικού, η πριμοδότηση της απλουστευτικής και πρωτόγονης σκέψης, οι πολλαπλοί διχασμοί, η ρηχή σαγήνη του πλήθους από τον ηγέτη, αποτελούν, άραγε, αριστερά προτάγματα;

Δεχόμενοι ότι ο διεθνής συσχετισμός δυνάμεων ήταν αρνητικός για την Αριστερά, σε αντίθεση με τις αρχικές αυταπάτες, αφήνουν να εννοηθεί ότι η ωριμότητα και η σοφία του λαού μέσα από μια στιβαρή αριστερή καθοδήγηση θα θριαμβεύσουν.

Αυτή η αφήγηση της Αριστεράς συσκοτίζει τη βασική διαπίστωση πολλών μελετητών ότι η χώρα δεν αντιμετωπίζει μόνο τεράστια συσσωρευμένα προβλήματα, αλλά αποτελεί η ίδια τη μήτρα του προβλήματος.

Μια κατακερματισμένη κοινωνία, βυθισμένη σε αυταπάτες, διαψεύσεις, άγνοια, ατομικισμό, κατάθλιψη, απελπισία, παθητικότητα πρέπει να διαπαιδαγωγείται για ακόμη μία φορά μέσα από νέου τύπου λαϊκιστικές ψευδαισθήσεις;

Είναι δυνατόν να προστατεύουμε συντεχνίες, κομματοκρατία, πελατειασμό και να υποσχόμαστε ανάπτυξη χωρίς ριζικές αλλαγές, χωρίς βαθύτερη αυτογνωσία για τη συλλογική μας αποτυχία, χωρίς ανάδειξη και της ατομικής ευθύνης;

Είμαι βαθιά πεισμένος ότι μπορεί να υπάρξει μια ατζέντα προοδευτικών, αριστερών μεταρρυθμίσεων, ακόμη και μέσα στην οικονομική δυσπραγία, που θα σηματοδοτούσε ένα νέο παράδειγμα διακυβέρνησης που τόσο έχει ανάγκη ο τόπος.

Ο Μάσιμο ντ’ Αλέμα ποτέ δεν ανταποκρίθηκε στην έκκληση του Νάνι Μορέτι. Δυστυχώς.

*Kαθηγητής Κοινωνικής Ψυχιατρικής στο Πάντειο Πανεπιστήμιο, ψυχίατρος-ψυχαναλυτής

 

 

 

Περισσότερα Άρθρα...

Βρίσκεστε εδώ: Home Απόψεις

Δείτε μας στο YouTube

Ακολουθήστε μας στο Twitter

 

Βρείτε μας στο Facebook